Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017


Ποίηση



Ωδή  στον  Charles  Baudelaire…




Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.



Σχετική εικόνα



Η  Μυστική  των  αισθήσεων  Μεταμόρφωση,
Πόσο  εύκολα  θεωρείται∙
Ως  συγκυριακή-βραχυπρόθεσμη εξέλιξη!

Το  Βλέμμα  π’  οδεύει  στην  οχλοβοή,
Στη  Νύχτα  και  στης  Μοναξιάς  τους  δρόμους∙
Την  Ομορφιά  θάβοντας  στον  κρατήρα  του.
Κι   Άδειο  πλανιέται    απέναντι,
Αφορμή  για  διαμαντένιες∙
Μην   δώσει   στην  κόρη  φωτιές.
Έντερα   περιπλεγμένα  η  Προσποίηση,
Τα  ραμφίσματα  χορταίνει  των  Δημίων∙
Κι  ΕΚΕΙΝΟΥ  τ’  ανασηκωμένο  ρύγχος,
Για  το  «βδελυρόν»  της  Γυναικείας  Φύσης∙
Τον  φθόνο  πάνω  τους  να  εκτελεί.
Αφού  πρώτα    με   κορμί   γαλέρα,
Την  εμφαντική    έχει   άρνηση   ταξιδέψει∙
Με  την  ήβη  στα  όρια  της  ύβρεως  ορθή.

«Μη  με  λησμόνει»  αναβοούν,
Οι  Σκελετοί  κι  οι  Αντίνοοι  Μαραμένοι∙
Και  το  Θνητό  λεφούσι,
Να  χαίνει  απ’  της  χάλκευσης   τις  Πληγές∙
Θέλγητρα   διαστρέφοντας  νοσηρά.
Σε  πυρσούς  ανάμεσα  ΕΚΕΙΝΟΣ,
Π’  αυγές  αστόχησαν  να  θρέψουν∙
Η  Μία  στης  Όασης  να  θωπεύεται  το  πανέρι,
Τα  Κλειδιά  περιφρονώντας  του  Σολομώντα∙ 
Σε  λάμψη  υποδόρια  αμαρτωλή  η  Άλλη,
Με  την  Αλαζονεία  της   Καρτερικό  Μυρμήγκι∙
Τις  Επάλξεις    ανοίκεια   να  προσβάλλει. 

Κι  όλοι  οι  Διαβατάρικοι  Πόνοι,
Που  τ’  ανθρωποτροφεία  εξυμνούν∙
Με  την  Ασθενή  τους  Σκέψη.
Χωρίς  βούληση  την  Άνοιξη  ν’  ανακαλέσουν,
Μήτε  ευόδωση  καυτή  να  χλιάνει  την  αχλύ∙
Στο  Μικρό    να  κείτονται  Ποτάμι,
Του  Θλιβερού    και  Ψεύτη  Καθρέφτη.
Τα  Άνθη  Μόνα  του  Κακού  ετάφησαν,
Στις  φυλακές  με  τα  παχιά  σκουλήκια∙
Και  κανένας  Νεκρός  Χαρούμενος,
Να  ικετεύσει  για  ένα  δάκρυ.
Οι  Κόρακες  ζυγώσαν   δίχως  να  τους  καλέσω,
Κι  όλοι  οι  Φιλάνθρωποι  με  κραυγή  λυπητερή∙
Το  ατομικό  τους  να  κατανοούν  «Πράττειν».
Κι  η   Τρίκλαδη     στον  ουρανό  Αγχόνη,
Τη  σήψη  να  μοιράζει  σε   σύνθλιψης  γωνιές∙
Κι  η  ενάργεια  της  κατανόησης  συγκινησιακή.
Τι  σημασία  έχει  το  άρωμα-το  ένδυμα-το  φόρεμα;
Αυτός  που  δείχνει  Αηδία  πιστεύει  πως  είν’  ωραίος…


*Το  Ποίημα  αφορά  στο   συνολικό  έργο  του  Charles  Baudelaire,  «Τα  Άνθη  του  Κακού».
**Τι  σημασία  έχει  το  άρωμα-το  ένδυμα-το  φόρεμα;
Αυτός  που  δείχνει  Αηδία  πιστεύει  πως  είν’  ωραίος…
Αυτούσια  παρμένοι  στίχοι  απ’  το  έργο   του  Charles  Baudelaire,  «Τα  Άνθη  του  Κακού».


Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Ποίηση


                                                        Γυναίκες  στο  Παράθυρο  ΙΙ


Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.




Ησυχία!

Θρύψαλα  κομμάτια  το  τζάμι,
Κι  η  Ουσία  των  Γυναικών  να  επιμένει∙
Αιμόφυρτη   στο  Παράθυρο.
Πίσω  απ’  τη  σκιά!
Μακρυά  απ’  τη  σκιά!
Ουκ  ολίγες  εκφάνσεις  στο  πέτο  να   καταφεύγουν,
Για  τους  άψογους  Οικογενειάρχες∙
Π’  άπειρο  προπαγανδίζουν στο  facebook   Κάλος,
Υπό  το  προνόμιο  του  κίβδηλου.
Ουκ  ολίγες  να  μπερδεύονται   λέξεις  στα  χείλη,
Για  τους  Ποιητάς  με  τον  ξύλινο  Λόγο∙
Και  τους  γιαλαντζί  κουλτουριάρηδες,
Π’  επιβεβαιώνονται  απ’  τα  likes.

Ησυχία!
Κι  οι  επαναστάτες  της  δεκάρας,
Δημόσιοι  Λειτουργοί   κι  Επιστήμονες  διαπρεπείς∙
Ν’  αρθρώνουν  λόγο  αιχμηρό∙
Υπό  της  μονιμότητας  την  ασπίδα,
Κι  υπό  των  πελατειακών  σχέσεων  την  αιγίδα.
Απέναντι   ο  εισβολέας!
Στη  γωνία  ο  εισβολέας!
Οι  ελπίδες  που   κακαρίζουν,
Κάλπικη  προωθώντας  ανωτερότητα∙
Ρητορεύοντας  φληναφήματα  περιβεβηλμένες  εξουσία.
Χωρίς  αποδείξεις  και  κανένα  κλειδί  στην  θύρα,
Τις  νέες  γενιές  να  διαφυλάξουν∙
Απ’  της  παραχάραξης   την  αμάκα.

Ησυχία!
Κι  οι  εξαθλιωμένοι  στο  ψύχος,
Με  πατημασιές  στο  χιόνι  άφαντες∙
Μην  πει  κανείς  πως  το  χρέος  δεν  εκάμαν.
Μπροστά  απ’ την  Αναρχία!
Κοντά  στην  Αναρχία!
Οι  προορισμοί  το  αυτοσχέδιο  ν’  αποφλοιώνουν,
Οι  εμμονές  κακότροπες  να  φαντάζουν.

Στο  μέσον    η  Μία  της  βουτιάς!
Στο  βάθος  της  βουτιάς  η  Άλλη!
Στα  όρια  της  βουτιάς  κι  οι  Δύο!
Πίσω  η  Κάμαρα  σε  καμία  Τάξη,
Με  πλέρια  την  αναρώτηση  στο  στόμα∙
Πόση  η  απόσταση  του  οδοστρώματος,
Απ’  το  Παράθυρο;

Ησυχία  Τώρα!
Τ’  αστέρια  δεν  είν’  τα  ίδια  για  όλους…


  

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Η  θάλασσα  κι  ο  βράχος...


Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.






Η απέραντη έκτασή της ενείχε κινήσεις εξαιρετικά ταχείς ή εξαιρετικά ληθαργικές.
Ήταν η φυσική ομορφιά που επηρέαζε τη διάθεση της ανθρωπότητας, χωρίς να εκφράζεται πάντα ξεκάθαρα, παράγοντας πότε σύγχυση πότε αμφιβολία.
Η αγκάλη της δεν ήταν παρά η συνάθροιση φόβων των κυημάτων της.
Η συνεισφορά της στην εύρυθμη του πλανήτη λειτουργία δονούσε συγγραφέων περιεχόμενα, οι οποίοι αυτοανακηρύσσονταν ιδιαίτεροι ή περίεργοι.
Σε άρρητες συντεταγμένες της επικράτειάς της είχε φυτευτεί ένας βράχος, που απορροφημένος στη φροντίδα της τραχύτητάς του, επαίρετο για την ικανότητά του να μην ενδίδει στα χάδια της.
Την θύμωναν τα αυτοματοποιημένα συμπλέγματά του και μ’ αφρώδη λειχήματα προσπαθούσε να τα γελοιοποιήσει. Φύκια επιστράτευε να διεισδύσουν στην κάθε ανέλεγκτη σχισμή. Κι η μανία της σηματωρός, πως η επιθυμία είχε φτάσει σε επίπεδο ασταθούς ισορροπίας.
Κι όσο εκείνος άντεχε, την αυτοσυνείδησή της ηλέκτριζε ολοκληρωτικά, τη μορφή της να παλινορθώσει με τρόπο θετικό, ανοίκεια φυλακίζοντάς τον στις σπηλιές της, μα δίνοντάς του εκούσια την ευκαιρία να περιπλανηθεί στο δαιδαλώδες των ανατομικών της λεπτομερειών, όπου η αρχέγονη ελλόχευε ηδονή.
Κερδισμένη ένιωθε να τον βλέπει ν’ αναδύεται απονήρευτος μα κατάφορτος από πεταλίδες διαβρωτικές, που θ’ άρχιζαν ν’ αποδομούν τ’ άκαμπτου τις εκφάνσεις. Οποία απόλαυση οι μεταμορφώσεις του στο διηνεκές, που νόημα έδιναν στην παλιρροϊκή της όψη με τις κυκλοτερείς προθέσεις.
Και εν τέλει μόνο μιαν αντανάκλαση θα επιβεβαίωνε το καλογυαλισμένο της συρρίκνωσής του, έρμαιο στο παιγνιώδες ύφος ενός μικρού παιδιού.
Κι όταν ύστερα από αιώνες, ένας Αβορίγινας θα πλανιόταν σε δάση τροπικά, όπου ύδατα και λιάνες συνυπάρχουν, εκστατικά θα θώπευε το μικρό βότσαλο που είχε επιτέλους μάθει να ταξιδεύει μέσα της χωρίς να φοβάται τους παράξενους θορύβους και το πετάρισμα της χαράς…


Ο βράχος και η θάλασσα



Ένα  υπέροχο  διήγημα  του  Πέτρου  Αργυρίου,  
απ'  τη  συλλογή  «Πρόσωπα-Ζώα-Πράματα»





Ήταν φυτεμένος κάθετα στην άμμο. Ήταν ένας βράχος. Ένα πλάσμα που αγκάλιαζε τον εαυτό του τόσο σφιχτά που είχε πετρώσει.
Δεν ήταν απλά ένας βράχος.
Ήταν ένας τυχερός βράχος.
Είχε την τύχη να φυτευτεί δίπλα στη θάλασσα.
Ο βράχος προσπαθούσε να είναι σκληρός απέναντί της, να μην ενδίδει. Πως να το κάνουμε; Βράχος ήταν.
Μα κάθε φορά που εκείνη τον έγλυφε με τους αφρούς της, κάθε φορά που του ‘φερνε για δώρα φύκια και τον στόλιζε με αυτά… ο βράχος έλιωνε σιγά-σιγά μέσα του.
Ακόμη κι αν φαινόταν γελοίος στους άλλους έτσι με τα φύκια πάνω του, την αγαπούσε. Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Ακόμη και όταν αυτή ξεσπούσε πάνω του με όλη της τη μανία, με τα α πιο τρομερά της κύματα, αυτός την αγαπούσε. Βράχος ήταν, άντεχε.
Η αλήθεια είναι ότι όχι μόνο το άντεχε, το λάτρευε. Όταν τα κύματά της τον κατάπιναν είχε την ευκαιρία να δει μέσα της.
Και έβγαινε από τη φουρτούνα ανέπαφος και πιο όμορφος ακόμη. Είχε δει τα υγρά σπλάχνα της αγαπημένης του.
Για όλες αυτές τις χάρες και τις χαρές της θάλασσας, ο βράχος δεχόταν μερικούς μικρούς εξευτελισμούς.
Τα θαλασσοπούλια που κουτσουλούσαν το κεφάλι του.
Τις πεταλίδες που τον καταπατούσαν κι ας κάναν ότι του μοιάζαν κρυμμένες πίσω από εύθραυστα κελύφη.
«Πιο χίπης πεθαίνεις» σκέφτηκε ο βράχος και γέλασε από μέσα του καλοκάγαθα.
Μόνο από μέσα τους μπορούν να χαμογελάσουν οι βράχοι. Να μη φανεί ποτέ ότι είναι λιγότερο σκληροί απ’ όσο φαίνονται.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια, έτσι περνούσαν οι αιώνες. Σε αντίθεση με τα έμβια, με τα χρόνια ο βράχος δεν μεγάλωνε, μίκραινε.
Η θάλασσα δεν του ‘δινε μονάχα, του ‘παιρνε κιόλας. Μικρά αδιόρατα ξύσματά του.
Ήταν ένα παγωτό από πέτρα για αυτήν. Τον έλιωνε και τον απολάμβανε με τους αιώνες.
Κάποτε από τον βράχο δεν θα απέμενε παρά μόνο μια πέτρα. Καλογυαλισμένη, λιασμένη.
Ένα παιδί θα την έπαιρνε στα χέρια του, Θα την χάιδευε. Θα τη ζύγιαζε. Θα την εκτόξευε, να κάνει γκελ στη θάλασσα.
Και η ψυχή του βράχου, η πέτρα, θα χόρευε πάνω στο δέρμα της αγαπημένης του για να βυθιστεί με περισσή ηδονή-χαρά κι ανακούφιση μέσα της, αιώνια να ταξιδεύει αυτός που κάποτε δεν τολμούσε να το κουνήσει ρούπι…