Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Ήταν  ένα  μικρό  καράβι…





«Εχθρός  είναι  κάποιος,  του  οποίου  την  άποψη  δεν  έχεις  ακούσει.»*




Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.





Η  κοινή  γνώμη  παρακολουθεί  με  ανάμικτα  συναισθήματα  κι  αντιδράσεις  τις  αφίξεις  προσφύγων  να  καταφτάνουν  κατά  ορδές.    Η  Μεσόγειος  βάφτηκε  κόκκινη,  αφού  χιλιάδες  πτώματα  άφησαν  τον  φόρο  τιμής  στα  γαλανά  νερά  της.  Ξενοφοβία-καχυποψία-αλτρουισμός,  όλα  μπερδεύουν  τα  παραγάδια  στην  προπέλα…

Όταν  η  ύπαρξη  στη  βιολογική-ψυχολογική-πνευματική  της  πλέξη  είναι    συνειδητή,  επικαλύπτεται  και  συναινεί  με  τον  εαυτό  της.  Ο   άνθρωπος  ωστόσο  έρχεται  συνεχώς  αντιμέτωπος  με  το  συναίσθημα  του  φόβου,  το  οποίο  αναμορφώνεται  κι  αναπλάθεται  κατά  το  ιστορικό-πολιτικό  πλαίσιο.  Η  Αναγέννηση  εμφανίζεται  σαν  την  κρισιμότερη  καμπή  στο  ιστορικό  γίγνεσθαι,   αφού  η  επιστήμη  κλυδωνίζει  τα  θεμέλια  του  θεοκρατούμενου  σύμπαντος.  Το  άτομο  επαμφοτερίζει,  διότι  δελεάζεται  αφ’  ενός  απ’  την  απελευθερωτική  πληροφορία,  που  αφειδώς  προσπορίζει  ο  Διαφωτισμός,  καταπιέζεται  αφ’  ετέρου  απ’  την  εγκατάλειψη  σ’  ένα  άθεο  σύμπαν,  που  του  δημιουργεί  ανασφάλεια.  Ο  φόβος  συνιστά  ακρογωνιαίο  λίθο  της  μύχιας  ζωής  και  σε  ακραίες  μορφές  επάγει  σε  κοινωνική  παράλυση. 

Τρομοκρατία  ονομάζεται  η  «ικανότητα»  του   χειρισμού  του  φόβου  και  στον  όρο  δεν  ενέχεται  μόνο  η  προοπτική  του  ολέθρου  αλλά  και  της  τελμάτωσης  της  σκέψης.  «Η  τρομοκρατία  δεν  υπάρχει:  ή  ακριβέστερα,  δεν  αποτελεί  έννοια  που  μπορεί  να  χρησιμοποιηθεί  στις  κοινωνικές  επιστήμες  και  τη  στρατηγική»  υποστηρίζει  ο    Didier   στο  έργο  του  «Limpossible  cartographie  du  terrorisme».  Η  προσέγγισή  του  ερείδεται  στην  ιδέα  πως  ο  όρος  και  μόνο  εμπεριέχει  μια  πολεμική,  αφού  η  κοινή  λογική  τον  αποτιμά  σαν  μορφή  βίας,  η  οποία  πλήττει  αθώα  θύματα,  αλλά  στην  ουσία  πρόκειται  για  κατασκευασμένο  φαινόμενο,  που  αφορμάται  από  πιθανά  αθώα  θύματα  για  να  νομιμοποιήσει  την  καταστολή  πολιτικών  εναλλαγών-διαφοροποιήσεων.  Η  Τρομοκρατία  δεν   στοχεύει  μόνο  σε  κατακερματισμό  του  κοινωνικού  ιστού  αλλά  και  σε  ανάφλεξη   ψυχολογικής  ακαθοριστίας.  Η  εισροή  των  προσφύγων   αντικατοπτρίζει  έναν   παρόμοιο  συνδυασμό  αποδυνάμωσης,  ο  οποίος  προκαλεί   ανάμικτα  συναισθήματα  φόβου-σύγχυσης-θυμού,  διότι  πυροδοτεί  τη  στιγμιαία  αναστάτωση  αποσυντονίζοντας  την  παγιωμένη  νηνεμία  της  Δύσης.    

Τα  σπάργανα  της  παγκοσμιοποίησης   ξετυλίγονται  πριν  περίπου  150  χρόνια,  με  την  πρώτη  εμφανή  ένδειξη  το  1851,  όταν  στο  Crystal  Palace  στο  Λονδίνο   εγκαινιάζεται  η  πρώτη  παγκόσμια  έκθεση.  Εν  αρχή  τα  όρια  της  επέκτασης  είναι  αόρατα  και  δεν  αργούν  να  μετεξελιχτούν  σε  απαραβίαστα  σημεία  του  εκκολαπτόμενου  καπιταλισμού.  Ο  Κος  Σλότερντικ,  γερμανός  φιλόσοφος,  επισημαίνει  πως  η  «καπιταλιστική  παγκοσμιοποίηση  δεν  σημαίνει  μόνο  άνοιγμα  και  κατάκτηση  αλλά  εγκαθίδρυση  μιας  ανελέητης  ταξικής  διαίρεσης,  κατά  την  οποία     κάποιοι  βρίσκονται  προφυλαγμένοι    στο  θερμοκήπιο,  ενώ  κάποιοι  άλλοι  περιφέρονται  εκτεθειμένοι  γύρω  απ’  αυτό».  Όπου  θερμοκήπιο  δες  Δύση  κι  όπου    περίβολος  η  Ανατολή,  κι  ας  επιτραπεί  η  έκφραση. 

Το  δράμα  εκατοντάδων  χιλιάδων  προσφύγων,  που  εγκλωβίζονται  σε  τακτικές  δραπέτευσης  απ’  τη  λαίλαπα  της  ανέχειας  και  του  πολέμου  δεν  είναι  τίποτ’  άλλο  παρά  μία  απόληξη  του  καπιταλισμού,  και  τα  μέτρα  προστασίας,  που  λαμβάνονται  στη  Δύση  δεν  συνιστούν  παρά  ακρότητες,  που  αποσκοπούν  σε  συρρίκνωση  των  ατομικών  δικαιωμάτων.  Η  «αγκυλωτική  άκανθα  παρεμβάσεως»  της   Αμερικής δηλώνει    μονολιθική  αυθαιρεσία κι  αναδεικνύεται  θεμελιώδης  συντελεστής  της  βάναυσης  και  αποδιαρθρωτικής  δυναμικής.  Και  σ’  αυτό  το  σημείο  αδόκιμο  θα  ήταν  να  μην  αναφέρουμε  τη  ρήση  του  Καρτέσιου: «Δεν  βλέπουμε  απ’  το παράθυρο  παρά  μόνο καπέλα  κι  επανωφόρια,  κάτω  απ’  τα  οποία  μπορεί  αν  κρύβονται  φαντάσματα  και  ανδρείκελα,  που  κινούνται  μόνο  χάρη  σε  ελατήρια».  Ο  φιλόσοφος  αποπειράται  να  διακωμωδήσει  την  αξίωση  μιας  αντικειμενικής  γλώσσας.  Κατ’  εφαπτομένη  όταν  καταδικάζουμε  τον  όρο  τρομοκρατία    με  αλόγιστους  εξορκισμούς,  η  περιγραφή  εξαντλείται  σε  ατροφικές  στρατηγικές  εθελοτυφλώντας  μπρος  στις  προθέσεις.  Η  αναγωγή  σε  ιδέες  προτρέπει  σε  προσφυγή  στον  τρόμο  αλλά  δεν  εμβαθύνει  στους  λόγους  αποστασιοποίησης  απ’  την  εννοιολογική  ανάλυση  της  πολιτικής  βίας. 

Πως  μπορούμε  να  θρηνούμε  για  την  προϊούσα    καχεξία  της  Ευρωπαϊκής  Ενώσεως  χωρίς  να  εξιδανικεύουμε  το  παρελθόν  της;  Ένα  παρελθόν  αγιοποιημένο,  στο  οποίο  δεν  ενέπιπτε  κανένας  δημοκρατικός  μετασχηματισμός,  ικανός  να  εγκολπωθεί  τις  ορδές  των  αστέγων-προσφύγων,  που  υποκινούσε  η  πολιτική-οικονομική  τακτική.  Η  επίδειξη  αλτρουιστικών  αρετών  ουδόλως   εφάπτεται  στο    θεσμικό  της «Είναι»,   αλλά     παρεμφαίνει  ένα  επαναπροσδιοριστικό  «Φαίνεσθαι».

Η  δουλοκρατία  και  το  δουλεμπόριο    από  αρχαιοτάτων  χρόνων  συνιστά  πηγή  εσόδων  για  τις  ισχυρές  Δυνάμεις  ανά  τον  Κόσμο.   Αμέσως  γεννάται  το  ερώτημα  «τι  και  ποιος  προξενεί  τέτοιες  μαζικές  μετακινήσεις»,  προκειμένου  να  αποκτήσουμε  σαφέστερη  εικόνα  της  περιρρέουσας  ατμόσφαιρας.  Οι   ευρωπαϊκές  και  αμερικανικές  επεμβάσεις  δεν  στοχεύουν  σε  ειρήνευση  των  περιοχών  αλλά  σε  εμβολισμό  της  αυτονομίας  τους.  Οι  επιθέσεις  στο  Ιράκ  εν  παραδείγματι,  πυροδοτώντας   εμφύλιες  έριδες  σε  πλαίσιο  δογματικό-θρησκευτικό,   κυοφόρησαν  τις  πρόσφορες  συνθήκες  για  την  εμφάνιση  του  ISIS.  Άλλως  ειπείν,  δεν  πρόκειται  για  συνδαύλισμα  εθνοτικού  μίσους  αλλά  για  σύγκρουση  γιγάντων,  αφού  Γαλλία  και  Κίνα  αψιμαχούσαν  δια  των  αντιπροσώπων  τους  για  έλεγχο  των  κοιτασμάτων  πετρελαίου.  Παρόμοια  και  στη  Συρία  με  μόνη  διαφορά   στους  αντιπροσώπους. 

Η  11η  Σεπτεμβρίου  επιφέρει  αναθεωρήσεις,  που  υποθάλπουν  αισχρή  κατασίγαση  με  το  πρόσχημα  της  τρομοκρατίας.  Οι  ΗΠΑ  ενδύονται  αυθαίρετα  μανδύα  λυτρωτή,  ώστε  να  υλοποιούν  «προληπτικούς  πολέμους».  Σαφέστατα  δεν  πρόκειται  για  αποκατάσταση  της  Δημοκρατίας,  ούτε  για  εξουδετέρωση  των  όπλων  μαζικής  καταστροφής  αλλά  για  ανατροπή  «ασύμφορων»  καθεστώτων  και  επέκταση  της  ηγεμονίας  της.  Θύτες  και  θύματα  συμπλέκονται  σ’  ένα  ομιχλώδες  συνονθύλευμα,  το  οποίο  αποσπά  την  παγκόσμια  προσοχή  και  του  οποίου   βασικό  διακύβευμα  αναφύεται    η  διαιώνιση  ελέγχου  εδαφών  μεγίστης  γεωπολιτικής  σημασίας.  Ωσαύτως  η  Τρομοκρατία  γίνεται  εύχρηστο  όπλο  στα  χέρια  πολυσχιδών  συγκαλύψεων-αλληλοσυμπληρώσεων.  Μια  σπειροειδής  υποκίνηση  με  άκρα  της  απλουστευτικές  αντιλήψεις  του  Καλού  και  του  Κακού,  που  εκπορεύεται  στις  εμπόλεμες  ζώνες  και  που  ελλοχεύει  σταδιακή  απονομιμοποίηση  των  μέσων  καταστολής  και  συμπερίληψή  τους  σε  επαίσχυντες  συμφωνίες  άμυνας.

Θα  ήταν  αφέλεια  να  αποκρυπτογραφούμε  την  επισιτιστική  κρίση  και  την  έξοδο  των  μεταναστών  σαν  απλή  έλλειψη  οργάνωσης  και  διαφθορά  κρατικού  παρεμβατισμού,  όταν  ελλοχεύει  η  πολυπλόκαμη  παγκοσμιοποίηση  της  Γεωργίας,  όταν  δρομολογείται  η  καταστροφή  της  διατροφικής  αυτάρκειας  προς  καλπάζουσες  πρακτικές  εξαγωγών,  όταν  επιβάλλεται  η  μονοπώληση  της  διακίνησης  των  αγαθών.  Θα  ήταν  απλοϊκή  ακρισία  να  θεωρούμε  ολόκληρο  το  Αφγανιστάν  ερειπώθηκε  για  να   παρθεί  εκδίκηση  για  τους  3000-5000  αμερικανούς,  που  ενταφιάστηκαν  στα  συντρίμμια  των  Διδύμων.  Η  παγκόσμια  κατανάλωση  ενέργειας  αυξάνεται.  Συνεπώς  κάποιοι  γεωπολιτικοί  χώροι  συνιστούν  το  κέρας  της  Αμάλθειας  και  όποιος  καταφέρει  να  αδράξει  τα  ηνία  θα  καταστεί  κυρίαρχος  της  παγκόσμιας  οικονομίας.  Οι  λαοί  στο  πλανητικό  πλαίσιο  εμφανίζονται  δέσμιοι  μιας  μεταποικιοκρατικής    εξάρτησης  και  είναι  όλο  και  πιο  ευάλωτοι  στις  διακυμάνσεις  των  αγορών.  Οι τακτικές  συμμαχίας    περιορίζονται  σε  εντελώς  βραχυπρόθεσμο  τοπίο   επιτείνοντας  την  διαλεκτική  ένταση  του  φονταμενταλιστικού  λαϊκισμού.  Η  ατροφία  των  εθνών  παρουσιάζεται  επίσης  στο  πεδίο  της  πολύ-πολιτισμικότητας,  αφού  ανόμοιοι  ιστοί  δύσκολα  καταλήγουν  σε  συναίνεση  όσον  αφορά  σε  ζητήματα  εξωτερικής   πολιτικής  κι  επομένως  είναι  ευεπίφοροι  σε  πρόσδεσή  τους  στο  αμερικανικό  άρμα  της  Νέας  Τάξης  Πραγμάτων.

Ως  εκ  τούτου  το  επιχείρημα  της  τρομοκρατίας  επικαλείται  καθολικότητα    ως  δύναμη  των  αδυνάτων,  αφού  η  αδυναμία  είναι  που  οπλίζει  αμφοτέρους,  διότι  διαρθρώνεται  σε  καμβά  δικαιολογιών.  Βία  και  Αλήθεια   βαδίζουν  πλάι-πλάι  και  πιασμένες  χέρι-χέρι  με  πρόταγμά  τους  τον  ηθικό  διπολισμό  της  κοινής  γνώμης.  Συνακόλουθα  ευρωσταίνει  ο  φασισμός  υπό  την  πλήρη  έννοια  της  ναζιστικής  τρομοκρατίας,  κατευθυντήρια  γραμμή    διασαφήνισης  της  ταυτότητας  του  ατόμου-έθνους.  Το  αίσθημα  του  φόβου  δεν  αναφύεται  από  πλέγμα  δεσποτικό,  όπου  ο   εκφοβισμένος  το οικειοποιείται  υποκειμενικά  και  το  χρησιμοποιεί  σαν  πυξίδα  αυτοάμυνας,  αλλά  από  σύμπλεγμα  ολοκληρωτισμού,  όπου  ο  τρομοκρατημένος  το  ιδιοποιείται    σαν  μοχλό    συστράτευσης  ομοίων  λόγω  της  προσήλωσης-αφοσίωσης  στο  μετερίζι  της  εξουσιαστικής   παλινόρθωσης.   Ο αναβρασμός  εκφράζει  τη  διάλυση   ενός  κατεστημένου.  Η  σταθερή  ενότητα  μεταλλάσσεται  σε  ευμετάβλητη  κι   απροσδιόριστη   διαιρετότητα.  Η  ανθρωπομάζες  ταλανίζονται  θωρώντας  την  αντανάκλαση  του  κέντρου  βάρους  τους  να  παραπαίει  χωρίς  «πατρική  φιγούρα»,  που  θα  λειτουργούσε  σαν  διασώστης.  Το  υποτυπώδες  Κράτος  δέχεται  αλλεπάλληλα  αιτήματα  προστασίας  κι  αποκατάστασης,  αλλά  οι  τριγμοί  δεν  καταλήγουν  παρά  σε  πληθυσμιακούς  διχασμούς  σαν  ανεπαρκές  αντιστάθμισμα  της  αδυναμίας…





*Επιγραμματική  φράση  απ’  το  «Living  Room  Dialogues  on  the  Middle  Est», παρατίθεται  από  το  Wendy  Brown  στο   Princeston  University  Press  το  2006.


**Βιβλιογραφία
Zizek  Slavoj,  «Η  νέα  πάλη  των  τάξεων»,  μτφ  Γεωργίου  Πέτρος,  Εκδόσεις  Πατάκης,  Αθήνα  2016.
Hélène   L’  Heuillet,  «Στις  πηγές  της  τρομοκρατίας»,  μτφ  Παπαδάκη  Ρένη,  Εκδόσεις  Πόλις,  Αθήνα  2013.
Vidal  Gore,  «Όνειρα  πολέμου»,  μτφ  Ζαχαριάδου  Μαργαρίτα  Εκδόσεις  Scripta,  Αθήνα  2002.

Enderlin  Charles,  «Μεσανατολικό  1995-2002»,  μτφ  Ιακώβου  Βίκυ,  Εκδόσεις  Scripta,   Αθήνα  2002.



Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Δοκίμιο




Μνημονιακός  ολοκληρωτισμός…



Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.




Οι  έχοντες συνιστούν   μία  συνομοταξία  εισοδηματιών,  η  οποία  δεν  αναδύεται  περιστασιακά  στην  κοινωνική  διαστρωμάτωση,  αλλά  μεταμφιέζεται  ενδυόμενη  διαφορετικές  ονομασίες.   Τοιουτοτρόπως  οι  γαιοκτήμονες-τιμαριούχοι  μετεξελίχθηκαν  σε  τοκογλύφους-χρηματιστές.

Σε  μεταπολεμικό  κλίμα  με  τους  λαούς  να  πνέουν  τα  λοίσθια,  αποφασίστηκε  η  δημιουργία  της  Ευρωπαϊκής  Ενώσεως,  προς  άγραν  επωφελών    προϋποθέσεων  και  στήριξης  των  αδυνάτων.  Τα  κράτη-μέλη  άρχισαν  να  βαυκαλίζονται  με  το   όνειρο  του  δημοσιονομικού  ομοσπονδισμού  υπό  την  αιγίδα  ενός  αναδιανεμητικού  προϋπολογισμού,  κάτι  που  θα  δύνατο  να  επιμερίσει  τον  συσσωρευμένο  πλούτο  του  Βορρά  διοχετεύοντας  το  πλεόνασμα  στον  υπερχρεωμένο  Νότο.    

Οι  εθνικές  αγορές  εντάχθηκαν  στο  κοινό   σύστημα,  υπό  την  ψευδαίσθηση  της  πολυμερούς  συνάρθρωσης  σε  όμοιους  κανόνες  ασφαλείας,  κάτι  που  δεν  υπέβοσκε  παρά  τον  κατακερματισμό  των  επιμέρους  οικονομιών    μέσω  απισχναντικών  μεθόδων  προς  όφελος  βέβαια  των  ήδη  ισχυρών,  αφού   επιλέχθηκε  σιγά  αλλά  σταθερά  η  επιτήρηση  των  δημοσιονομικών  ελλειμάτων.

Δούρειο  Ίππο   αποτέλεσαν  η  Ενιαία  Πράξη  και  η  Συνθήκη  του  Μάαστριχτ,  αποσαθρωτές  του  κοινωνικού  συμβολαίου  και  κατεδαφιστές  των   κρατών  πρόνοιας.  Αναφαίνεται  λοιπόν  η  «κοινωνία των  ιδιωτών»,  αυτοδιοίκητη  να  διαφεντέψει  το  σύνολον  του  ευρωπαϊκού  πληθυσμού.  Για  να  αντιληφθούμε  πως  η  διευρυμένη    «υπερεθνικότητα»  επάγει  σε  έλλειψη  άμεσης  δημοκρατικής  νομιμοποίησης,  αφού  σημαίνει  εκχώρηση  ενάσκησης  καθηκόντων-δικαιωμάτων  των  κρατών-μελών  στα έμμεσα  εκλεγμένα  ενεργούμενα  της  Ενώσεως. 

Κάπως  έτσι  φτάσαμε  στη  σύναψη  της  Δανειακής  Συμβάσεως  της  Υποτέλειας  του  2010,  η  οποία  χαλκεύει  δεσμά  απριόνιστα    για  τις  επόμενες  γενιές.  Πάσης  φύσεως  καινοτομία  μένει  αστήριχτη  με  την  υπαρκτή  γκιλοτίνα  να  υπονομεύει  τις  προοπτικές  ανάπτυξης  και  να  προωθεί  την  αφαίμαξη  εγκεφάλων  απ’  τα  ελληνικά  δρώμενα.  Και  πως  να  επέλθει  ανάπτυξη  όταν  όλοι  οι  κλάδοι  συνθλίβονται  υπό  τη  βαριά  ενός  ανεκπλήρωτου  ΑΕΠ.

Αναλύοντας  το  αρκτικόλεξο,  Ακαθάριστο  Εγχώριο  Προϊόν,  δεν  κατανοούμε  ακριβώς  τις  διαστάσεις  της  έκφρασης,  ούτε  των    προβλημάτων  που  απορρέουν  απ’  αυτή.  Κατά  βάσιν  και  ουσία  εννοείται  το σύνολο όλων των προϊόντων και αγαθών που παράγει μια οικονομία, εκφρασμένο σε χρηματικές μονάδες.  Και  σ’  αυτό  το  σημείο  ας  στοχαστούμε  σοβαρά  πάνω  στο  θέμα,  που  ονομάζεται  Γεωργία.  Η    «καυτή πατάτα»  για  την  εκάστοτε  κυβέρνηση,  αφού  οι  θεσμοθετήσεις  στιγματίζουν   τον   αγροτικό  κόσμο    σαν  «παρασιτικά  εκσυγχρονισμένο»  στην  κοινή  λογική. 

Η  Συνθήκη  της  Ρώμης  εν  έτει  1957,  κρηπιδώνει  τη  διατύπωση  της  Κοινής  Αγροτικής  Πολιτικής,  στοχεύοντας  σε  διασφάλιση   της  σταθερότητας-συνοχής  των  ευρωπαϊκών  αγορών.  Συν  τω  χρόνω  ωστόσο  το  πνεύμα  αλληλεγγύης  και  το   πρωτοποριακό   δείγμα  ενοποίησης  των  γεωργικών  αγορών  έδωσε  τη  σκυτάλη   στη  διάλυση  της  εταιρικότητας  και  στην  υπαγωγή  του  αγροτικού  χώρου  σε  πειραματισμούς   εφαρμογής  της  επέλασης  απορυθμιστικών-διαβρωτικών  πρακτικών.

Το  μέσο  αγροτικό  εισόδημα αλλά  και  οι  ενισχύσεις,  εκ  του  κράτους  φοροαπαλλαγές-εκ   της  ενώσεως  επιδοτήσεις, αντιστοιχεί  στο  ένα  πέμπτο  του  ανάλογου  ευρωπαϊκού  με  όρους  πραγματικής  ισχύος,  και  το  οποίο  επαφίεται  σε  προσωπική-οικογενειακή  υπερεργασία,  παρά  το  γεγονός  ότι  ο  αγρότης  λοιδορείται  στην  Ελλάδα  σαν  ευνοημένος. 

Το  1991  η  Συνθήκη  του  Μάαστριχτ  εγκρίνει  την  Αρχή  της  Επικουρικότητας,  με  την  οποία  μεταβιβάζεται  η  αρμοδιότητα  τις  εθνικές  δικαιοδοσίες,  κάτι  που  σηματοδοτεί   την  ξεκάθαρη  οικονομική  αποχώρηση  της  Ευρωπαϊκής  Ενώσεως  σαν  ενισχυτικό  στυλοβάτη. Και  ενώ  οι  εύρωστες  οικονομίες  του  Βορρά  πλειοδοτούν  σε  σταθεροποιητικές  δαπάνες  υπέρ  της  γεωργίας  με  στόχο  την  προσαρμογή  τους  στα  νέα  μέτρα  και  σταθμά  των  παγκόσμιων  ανακατατάξεων,  οι  χώρες  του  Νότου  εμφανίζονται  παντελώς  ανίσχυρες  να  προβούν  σε  ανανεωτικές  μεταρρυθμίσεις,  ικανές  να  δώσουν  ώθηση  στην  τοπική   παραγωγή. 

Η  σχάρα  ανισοτήτων,  που  δημιουργείται,  δημιουργεί  αφ’  ενός  μέγιστη  όξυνση  της  διαθέσεως  των  μεσογειακών  προϊόντων  και  αφ’  ετέρου  ανακλιμάκωση  της  εκτόξευσης  του  χρέους  επί  του  ΑΕΠ,  αφού  η  συνολική  αξία  των  αγαθών  που  παράγονται   κατακρημνίζεται   και  η  χώρα  εμφανίζεται  χωρίς   «προίκα». 

Κάπως  έτσι   ο  κύβος  ερρίφθη  με  την  ψήφιση  του  πρώτου  μνημονίου,  για  να  βρισκόμαστε  σήμερα  αντιμέτωποι  με την απειλή  του  τέταρτου  κατά  σειρά    ψηφίσματος.  Το  «σχέδιο  πώλησης  των  ΔΕΚΟ»,  προς  μείωση  των  ελλειμμάτων  των  δημοσίων  οργανισμών  δεν  επέφερε  επ  ουδενί  άμβλυνση,  και  στο ίδιο  μήκος  κύματος  κινήθηκε  και  η  διασπάθιση  του  ορυκτού  πλούτου,  με  τις  κεφαλαιοκρατικές  εταιρείες  να  λυμαίνονται  τα  ακρογωνιαία  στηρίγματα  της  οικονομικής  ευρωστίας της  Ελλάδος.

Σχετικά  με  τις  «σοσιαλιστικές  κυβερνήσεις»,  οι  οποίες  διετέλεσαν  το  αξίωμα  του  «Σωτήρα»  στην  ευρωζώνη,  άνθρακας  ο  θησαυρός.  Από  στατιστικές  μελέτες  της  Ευρωπαϊκής  Επιτροπής  και  του  ΟΟΣΑ  αποδεικνύεται  πως  αφ’  ενός  στην   ελληνική  επικράτεια  σημειώνεται  η  μικρότερη  αύξηση  βιομηχανικού  ωρομισθίου  σε  σχέση  με  τα  υπόλοιπα  κράτη-μέλη  και  αφ’  ετέρου  στην  εκτεταμένη  επισκόπηση  του  ευρωπαϊκού  χάρτη  παρατηρείται  πως  ο  «υποτιθέμενος  σοσιαλισμός»  σε  Ελλάδα-Ισπανία-Γαλλία  επιτυγχάνει  αισθητή  συγκράτηση  του  εργασιακού  κόστους,  δηλαδή  αυτό  που  δεν  κατάφεραν  φιλελεύθερες  κυβερνήσεις  σε  Γερμανία-Βρετανία.

Και στο  παρόν   ο  ελληνικός  λαός  αντιλαμβάνεται  πλέον  πως  το  Μεσοπρόθεσμο   Πλαίσιο  Δημοσιονομικής  Στρατηγικής,  που  ψηφίστηκε  στη  Βουλή  το  2011  υπό  την  αιγίδα  της  «σοσιαλ-δεξιάς»  σύμπραξης  και  υπερτέθηκε  σε  ισχύ  με  το  άρθρο  Ν.3985/2011,  δεν  μετεξελίχθηκε  απλώς  σε  Μακροπρόθεσμο,  διότι  εξ  αρχής  καμία  ένδειξη  δεν  μπορούσε  να  κρηπιδώσει  την  κατάφωρα  ανήθικη  ψευδολογία  περί  Μέσης  Προθεσμίας,  αλλά  με  τις  ευλογίες  της  «Αριστεράς»  παγιώνεται   για  να  υποθηκεύσει  τις  επόμενες  γενιές…






*Βιβλιογραφία

Βεργόπουλος Κ., «Η  αρπαγή  του  πλούτου», Εκδόσεις  Λιβάνης,  Αθήνα  2005. 

Μαριάς  Ν., «Το  μνημόνιο  της  Χρεοκοπίας»,  Εκδόσεις  Λιβάνη,  Αθήνα 2011.


Δοκίμιο


Ως  εικός…



Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.


Αγαπημένε  οδοιπόρε,

Καθόσουν  σταυροπόδι  δίπλα  στη  μεγάλη  βαλίτσα, μικρή  παιδούλα  αμίλητη  και  σκεφτική.  Φρεσκοσιδερωμένα  πουκάμισα  και  τα  πανταλόνια  με  προσοχή  διπλωμένα  μη  και  χαλάσει  η  τσάκιση.  Εκούσια  ή  ακούσια  θα   κλίνονταν  για  τόσες  ώρες  τα   ενδύματα  μέσα  στη  σκοτεινή  αποσκευή;  Μα  κανείς  δεν  τα  ρωτούσε,  ούτε  κι  αυτά  θ’  απαντούσαν.  Ίσως  από  αξιοπρέπεια,  ίσως  επειδή  ανάλογη  γνώση  θεωρούταν  μερική,  ενίοτε  άχρηστη.  Κι  όλοι  κούρνιαζαν  στην  πρώτιστη  ασφάλεια   της  αδαημοσύνης. Κι  όπως  η  Περσεφόνη  κατάπιε  του  ροδιού  πυρσό  στον  Κάτω  Κόσμο  διαρρηγνύοντας  την  επιβεβλημένη  νηστεία  εισορμώντας  στον  Κυρίαρχο  των  Ίσκιων  κι  εναλλάσσοντας  τη  διαβίωσή  της  στον  Πάνω  και  Κάτω  Κόσμο, έτσι  μόνο  κι  η  άγνοια   μπορεί  να  διαρραγεί  απ’  ανθρώπου  παρέμβαση.  Κι  ο  μπαμπάς  ωστόσο  βουβός  και   περίσκεπτος.  Να  ‘κανε  κι  εκείνος  τις  ίδιες  σκέψεις  για  τα  ρούχα,  δείκνυε  αδύνατον.  Να  βαθουλώσεις    ήθελες    μ’  ένα  κατσαβίδι  τον  λογισμό  του,  να  ξεπηδήσουν  τα  κλωθογυρίσματα  απ’  τ’  απάτητο  της  λίμνης,  όπου  μονάζουν  σαν  μόρφωμα  λαθροβίωτο.   Κι  όταν  το  φερμουάρ  γρύλισε  και  τα  τοιχώματα  της  βαλίτσας  φάσκιωσαν  τον  ρουχισμό  σφιχτά  κι  η  μαμά  εξαφανίστηκε  στ’  άδυτα  της  κουζίνας,   γονάτισε  μπροστά  σου  κοιτώντας  τους  σαγηνευτικούς  ιριδισμούς  στα  μπλε  σου  μάτια.  Κι  ήταν  σαν  να  έβλεπε  τα  δικά  του,  σαν  το  βλέμμα  του  προσωπείου  του   να  διέφυγε  και  να  βρήκε  καταφύγιο  στα  δικά  σου σκαψίματα. 

-Θα  με  περιμένεις  όνειρό  μου;  Σου  υπόσχομαι  να  γυρίσω  γρήγορα. 

Και  θα  ήταν  γι’ αυτόν  ακριβώς  το  λόγο  που  δεν  θα  τον  συγχωρούσες,  επειδή  είπε  ψέματα   και  δεν  τήρησε  την  υπόσχεση.  Κι  ΕΣΥ  σε  πείσμα  υποσχέθηκες  στον  εαυτό  σου  πως  το  ψέμα  θα  είναι  εχθρός  σου  και  πως  άλλον  άνδρα  δεν  θα  εμπιστευτείς  ν’  αγαπήσεις,  έτσι  για  τιμωρία  του  πεθαμένου  που  φεύγοντας  κλείδωσε  όλα σου  τα  συναισθήματα  κι  εκείνα  ανεξάρτητα  κι  ασάλευτα  δεν  αχολογούσαν.  Ούτε  όταν  τις  νύχτες  ξυπνούσες  κάθιδρη  και  κουρασμένη  που  προσπαθούσες  να  διώξεις  εκείνον  τον  θεόρατο  μαύρο  σκύλο  που  στρογγυλοκαθόταν  δίπλα  στο  σκαμνί  σου  κι  εκζητούσε  τη  συντροφιά  σου.  Κι  όταν   βεβαία    ήσουν  πως  τον  έβγαλες  έξω  και μαντάλωσες  την  πόρτα,  γυρίζοντας  το  βλέμμα  τον  θωρούσες  πάλι  στην  ίδια  θέση,  περιχαρή  να  θεμελιώνει  την  αδιάσειστη  πίστη  του  κι  ατάραχο  να  σε  περιμένει.  Κι  ο  μόνος  τρόπος  να  τον  αποφύγεις  ήταν  ο  ξύπνος,  κάλλιο  να  κρυφοδάγκωνες  του  σκοταδιού   τις  παχιές  στρώσεις,  αφού  αυτόνομες  κι  αυτές  τον  έλεγχο   επιδίωκαν  της  σκέψης  και  των  συναισθημάτων.  Κι  όπως  η  μούργα  κατακάθιζε  σε  πάτο  ξύλινου  βαρελιού,  με  καρτερία  όμοια  καταχτιόταν  η  θλίψη.  Κι  είχε  την  ικανότητα  να  καμπυλώνει  ακμές,  να  κοιλαίνει  της  ψυχής  τ’  αβαθή,  να  οξύνει  την  τραχύτητα, ακόμη  και  την  αξιοπρεπή  κι  απαραίτητη  στην  ανθρώπινη  ύπαρξη. 

Και  κάθε  που  έβλεπες  τη  μάνα  να  ετοιμάζει  τους  κουβάδες,  τ’  απορρυπαντικά  και  τα  σφουγγάρια,  ψυχανεμιζόσουν  την  πολύωρη  επίσκεψη.  Κι  ήθελες   λίγη  σκόνη    ν’  αρπάξεις  απ’  τα  τριμμένα  κάρβουνα,  ν’  αλείψεις  το  πρόσωπό  σου,  να  γίνεις  αόρατη. Ή  να  τρέξεις  πίσω  απ’  το  κούφωμα  της  χαλασμένης  να  κρυφτείς  πόρτας,  μη  κι  αποφύγεις  στην  αλάνα  να  σε  τραβολογήσει  των  πεθαμένων.  Επειδή  όταν  νυχοπατούσες  ανάμεσα  στα μνήματα  βλέποντάς  την  να  τρίβει  με  μανία  τον  τάφο  του  πατέρα,  «να  γυαλίσει  το  μάρμαρο»  όπως  έλεγε,  ένας  άνεμος  παγωμένος  ξεκλήριζε  τις  ορθόκλαδες  αφάνες  των  δένδρων,  που  διασπαθίζονταν  βλοσυρά  στης  γλίτσας  την  ανημποριά.   Κι  ένιωθες  μπρος  σε  τέτοια  εμπνευσμένη  αποκάλυψη  απαρηγόρητη  κι  απελπισμένη.  Ίδια  ο  Κυπάρισσος  που  μόνος   υπαίτιος  για  τη  θανάτωση  της  αγαπημένης  του  συντροφιάς.  Κι  αναρωτιόσουν  για  ποιο  λόγο   άραγε  χρειαζόταν  να  γεμίζεις  συνέχεια  τον  κουβά  με  νερό,  αφού  κι  εκείνο  σάστιζε  απ’  τα  δάκρυα  που  ρετσίνιαζαν  πάνω  στους  κορμούς.   Κι  έφερνες,   το  δάχτυλο   αργά  στα  χείλη  παρακαλώντας  τη  μικρή  σου  αδερφή  να  μην  θορυβεί,  επειδή  δημιουργούσε  παράσιτα  σ’  εκείνη  τη  μελωδία,  που  ερχόταν  από  κάπου  μακρυά,  αφού  στο  νεκροταφείο  απαγορεύονται  οι  μουσικές  υποκρούσεις,  και  δεν  ήταν  παρά  κάποιοι  κόκκοι  κονιορτού  που  τολμούσαν  την  παρθενική  τους  εξόρμηση,  και  παρέσυραν  του  θανάτου  τις  νόμιμες  αξιώσεις  στη  συμπάθεια.  Κι  αυτό  το  μειδίαμα  ικανοποίησης,  που  φράκαρε στο  στόμα  της   μάνας  με  το  πέρας  της  καθαριότητας,  δεν  σου  φαινόταν παρά  μια  παράλυτη  ζαρωματιά,  που  όσο  κι  αν  προσπαθούσε  να  εξογκώσει  την  αξία  της  πράξης,  το  μόνο  που  κατάφερνε  ήταν  να  επιτείνει  την  απάθειά  σου… 
Και  τότε  είναι  που  ξυπνάς   ιδρωμένη.  Τι  αξεδιάλυτο  όνειρο! Τα  όνειρα  μας επισκέπτονται  δίχως  γιατί,  δίχως  διότι.  Πρώτη  φορά  π’  η  στενότητα  σε  πνίγει  του  χώρου.  Το  θώρι  ν’  αναζητά  παρηγοριά  στον  καλόγηρο  στη  γωνιά  του  δωματίου,  ‘κει  που  το  ξεθωριασμένο  καφέ  κρέμεται  παλτό,  μια  θλίψη  αναδίδοντας  άθικτη  στις  πτυχώσεις.  Πάντα  μαζί  της  σιωπηρά  καυγάδιζες,  χωρίς  να  υφίσταται  σοβαρός  λόγος  ή  βαρύγδουπη  αιτία.  Ύστερα  μια  παραίτηση  ξεδίπλωνε  μ’  άτεγκτη  ευδαιμονία  τα  μαγνάδια  της.  Κι  ΕΣΥ  κρατούσες  μούτρα    στο  πανωφόρι,  που  για  να  το  εκδικηθείς,  έρμαιο  το  παρέδωσες  στη  σκόνη,  η  οποία  με  νηφαλιότητα  το  πάχνιασε,  όχι  για  να  σταθεί  σύμμαχός  της  αλλά  για  να  της  αποδείξει την  εύγλωττη  παραφθορά.  Απτόητο  το  ένδυμα,  στη  διάρθρωση  της  ύφανσης  υπόθαλπε  δυνάμεις  σύγκρουσης  κι  ενότητας.   Και  τον  μεγάλο  καθρέφτη  που  έσπασες  πάνω  στα  νεύρα  σου.  Μην  από  φόβου  αλύχτισμα  δεν  ήταν  πάλι!
Τρέχουν  οι  άνεμοι  αναμαλλιασμένοι,  στην  καμπή  τ’  ουράνιου  ν’  αγγιχτούν  τόξου. Τη  Γη  να  θωπεύσουν,  να  τίκτει  το  κύμα  υπό  το  όραμα  του  αφοπλισμένου  κόσμου.  Με  πόση  λεπτότητα  σφαιρικά  να  καλύψεις,  τους  συμβιβασμούς  ισχύος  και  ηθικής. Είναι  κάθε  που   της  ασφάλειας  οι  στόχοι,  βασικούς  διαμορφώνουν  παράγοντες.  Είναι  κάθε  που  της  ισορροπίας  τα  σκοπούμενα,  σε  συναινετική   ενώνονται  ηγεμονία.  Βαριές  οι  αλυσίδες  στη  σκέψη,  κι  αυλάκι  το  αίμα  στα  χαλάσματα.  Διαθλάται  ή  περιθλάται  ο  αφανισμός; 

Όσες  ράγες  σιδηροδρομικές  κι  αν  έστρωσες,  τη  φτώχεια  σου  αντίκρυζες  το  βράδυ.  Και  γύρωθεν  άδειες  αγκαλιές, να  μην  κλαίνε-να  μην  γελούν-να  μην  ζητούν.   Σαν  πράξη  συνεχή  κι  ατελεύτητη.  Κι  όπως  το  κάθε  Κόμμα  τους  διαφωνούντες  σαν  διασπαστές  αποκήρυττε. Κι  η  συρρίκνωση  του  Κόσμου,  σαν  συναίσθημα  αθιγγανικό. 

Μην  ξεχάσεις  στο  βάζο  να  τρέξεις,  με  το  γλυκό!  Είναι  το  μόνο  που  καταμαρτυρεί  το  μικρό  παιδί,  που  μέσα  σου  έχει  κουρνιάσει. 

Άνευ  επιλόγου…







*Αλληγορικό  κείμενο,  που  πραγματεύεται  την  αναμέτρηση  του  ανθρώπου  με  τον  Θάνατο. Η  συγγραφέας  συνομιλεί  με  τον  εαυτό  της.
Δοκίμιο





Η  αβοήθητη  μοναξιά  της Γυναίκας…





Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη.





Αγαπημένε  οδοιπόρε,

«Une     fois  le  but  ouvert,  les  bras  se  baissent»*σου  ‘λεγε  ένας  Γάλλος  φίλος  σου
Κι  ήσουν  σίγουρη    για  τ’  αδηφάγο  της  επιβεβαίωσης. Είναι  σαν  να  οραματίζεσαι τον  Νάρκισσο  σκυμμένο  στις  πηγές  ν’  αυτοθαυμάζεται  κι  η  αέρινη  της  Ηχούς  μορφή   να  τρέχει  στο  κατόπι  του. 
Κι  οι  Όνειροι  έπρεπε  να  επιστρέψουν  στο  σπήλαιό  τους,  να  κολυμπήσουν  στα  γαλάζια  νερά  και  να  χαθούν  στην  απεραντοσύνη   τ’ ωκεανού,  κι  όπως  ο  Μορφέας  έπιανε    τον   Φοβήτωρ  απ’  το  χέρι  να  διαβούν  μαζί  την  ατραπό  τ’ αληθινού, πύλη σμιλεμένη  από  Κέρατο, τα  στοιχειά  απομορφοποιούνταν  χάνοντας  την  πρωταγωνιστική  τους  δράση  στην  εικονογραφία,  αλλά  αφήνοντας  ανεξίτηλο  το  στίγμα  της  νυχτερινής  κατήχησης,   πολλά  υποσχόμενο  για  επάνοδο  που    σε  συνέπαιρνε  σ’ ένα  τεμπέλικο  ανακλάδισμα κάτω  απ’ τα    σεντόνια.
Το  εικονοστάσι  είχε  επιμελώς  αποπεμφθεί  σε  γωνιά  αραχνιασμένη.   Στη  θέση  του,  σαν  αντιρρησίας  συνειδήσεως  είχες  τοποθετήσει  βότσαλα,  να  μπορούν  οι  επικές  φαντασιώσεις   σου  να  κάνουν  γκελ  στο  λιβάδι  που  δάκρυζε  γύρω  απ’  το  κρεβάτι  σου.  Επειδή  όταν  όλοι  είκαζαν   εφηβεία  διηνεκή  αντιπροσωπεύοντας  L'Amour de Peirrot,  το  φωνητικό  σου  όργανο  μόνο  κρότους  ράμφιζε   στο  διάφανο  μα  ραγισμένο  της  εικόνας  που  εξαφανιζόταν,  αφού  πριν  απουσιάσεις  απ’  την  ερωτική  επαφή  αναρωτιόσουν  πάντα  αν  ο  αγαπημένος  σου,  οδοιπόρος  ήταν  του  Μπος  ή του  Πεσσόα. Κι  έτσι  αποφάσισες  αυτά  που  να  σου  αρέσουν,  εν  τέλει,  να  είναι  και  η  μοναξιά  σου. 
Στο  «μάτι  της  πόρτας»  η  κάμερα  μ’  οπτική  ευρυγώνια,  σου  επέτρεπε  τη  σκοτεινή   να  θωρείς  φυσιογνωμία.  Σίγουρα  ένας  κακόφημος  άνεμος  παρεμπόδισε  το  αρχικό  του  ταξίδι.  Αντίξοη  ακόμη  κι  η  Υπέροχη  που  τον  αγάπησε,    με  δυσμένεια  υποδεχόταν  τη  στιγμή.

Σε  πληγωμένο   κύλισμα  του  πολιτισμού  ο  χειρώνακτας!
Πως  να  παραβλέψεις…

Τον  παρατηρούσες  να  γυρίζει  τις  τσέπες  του  ανάποδα  και  να  μουρμουρίζει  ειρωνικά  την  περίφημη  ρήση  του  ελληνικού  κινηματογράφου  «Στάσου  μύγδαλα!». Ποτέ  δεν  εξωτερίκευε  τις  σκέψεις  του,  κύματα  θεριεμένα,  μη  κι  η  Ηχώ  παραμονεύει  και  τις  διαλαλήσει  στα  πέρατα.   
Ανήρ  δίκαιος  πλούτον  ουκ  έχει  ποτέ,  σκέφτηκες  ευγενικά. 
Ανάλογες  ευσυγκίνητες  μυθολογίες σ’  είχαν  αδυσώπητα  κατακρημνίσει, όταν  τους  αφροδίσιους   εκπνευμάτωσες  σπασμούς  και  τους   προεικόνισες  σε  ρίμα,  αρνούμενη  να  επιτρέψεις  στα  κέρατα  της  αθωότητας  να  σε  σοδομίσουν.  Έτσι  για  να  επικυρώνει  τ’  απρόοπτου  η  ψευδαίσθηση    την   εκσπερμάτωση  του   Καλού  σου.
Μα  εσύ  δεν  καταδέχτηκες  να  ζητήσεις  απ’  τον  Υπέροχο  ούτε  καν… μύγδαλα!  Εκπτώσεις  στις  ουλές  δεν  κάνουν  οι  ερωτευμένοι, αφού  την  υποταγή  των  αισθήσεων  στο  υπηρετικό  επίπεδο,  που  προϋπέθετε  ο  εγκλεισμός  στην  κιβωτό  της  Ανάγκης,  αποστέργουν. Ανασήκωσες  τους  ώμους
βαριεστημένα. 
Από  καιρό  τώρα  το  κτηνώδες  Γκόλουμ  και  το  φιλεύσπλαχνο  Χόμπιτ  είχαν  συμφιλιωθεί,  παραδίδοντας  τη  σκυτάλη  στο  κατάμονο  της   ερημίας.  Στείρα  άπτερα έντομα   είχαν  στρατωνιστεί  στις  ράχες  των  δεικτών  του  ρολογιού,  κρηπίδα  άφθαρτη  ο  χρόνος  για  τη  μνήμη  και  τις  εμμονές  της…

Ζήτουλας  του  φιλιού  σου  λοιπόν,  τούτος  ο  άνδρας,   απ’  το  φρυγμένο  της  αυτοεξορίας. Να  εισβάλλει  στην  ιδιωτική  οδό  σου,  κι  αν  ήθελες  να  είσαι  ειλικρινής  καθόλου  απρόσκλητος! Από  δράκων  κύκλους  ανακτορικούς  είχε σίγουρα  σαν  παραίσθηση  δραπετεύσει,  μ’ αποστολή  κι  υπόσταση  να  διασαλεύσει  τους  οιωνούς…
Πως  να  οικτίρεις  ασκαρδαμυκτί  ‘κείνο  το  «Σ’  αγαπώ»,   π’ υστερόφημα  αψηφούσε   καρπολογήματα;
Ο  τρόμος  σου  βέβηλος  μπρος  στην αναμέτρηση:  μύδροι  σαν  βλήμα  αυτεπίστροφο  στ’  ανεξιχνίαστο  πύκνωμα  της  νόησης  κι  η  οπισθοβασία  επαλήθευση  πειραματική.
Γι’  ατσάλι  εκλιπαρούσε  ή  αστραπή  οργόνης  τούτος  ο  αινιγματικός  βάτραχος,  μην  έψαυε   το  λιγοστό  χορτάρι  π’  ακροπατούσε  στα  χείλη  ερμητικά  κλειστά;
Κάτω  απ’  τις  μάσκες  των  βατράχων  πάντα  κρύβονται  πρίγκηπες.  Όχι  οι  νάρκισσοι,  οι  πολύδωροι,  οι  εξέχοντες. Μα  οι  βουλιαγμένοι  στης  ασφάλτου  το  αιρετικόν,  οι  ασάλευτοι  στις  νύξεις  της  ευεργεσίας,  οι  ακρωτηριασμένοι  δίχως  αγγείων  απολίνωση. 
Η  παγωνιά  της  επίγνωσης  μ’ αιφνιδιασμό   δόλιο  ρούφηξε  τ’  ανυπόφορο,    και  τα  δάχτυλα,  π’  ακοίμητα  καραδοκούσαν,  αναγύρευσαν  το  μάνταλο. 

«Αν  κάνω  ένα  βήμα,  είμαι  αλλού…»,  μονολόγησες.

Έτρεξες  να  τον  προλάβεις,   μην   καταπιεί  της  όργητας  ο  παρασυρμός  τη  βασανιστική  προανάκρουση. 
Εσύ  η  τόσο  αδύναμη  απ’  ακατανόμαστες  επαναστάσεις,  του  Έρωτα  και  της  Ευθανασίας,  έτρεχες   με  τελεσίδικη   σιγουριά  συνοψίζοντας  τα  πεταμένα  θρύμματα. Επειδή  το  κάθε  θρύμμα  την  αιωνιότητα  αντικατόπτριζε  και  μια  μέρα…
Ανευλαβής  η  αθωότητά  σου,  αφορμές  να  συντήκει  και  πραγμάτωση,  την  αποστροφή  κέντριζε  των  περαστικών,  που  κόμπαζαν  δια  χαιρέκακης  νευρώσεως. Χαχανητά  φούντωναν  μ’  έμφαση  σκωπτική  τριγύρω.  Το  αισθητικό  σου  κρεμόταν  ενέργημα    απ’  την  υπόκωφη  βλαστήμια  της  εκτύλιξης  της  πλοκής.
Και  τον  βρήκες! 
Την  ευτέλεια  να  κράζει  των  ερεθισμών  και  τη  συνάφεια   επιρρεπώς  ν’  αποφεύγει.  Αζύγωτος   πίσω  απ’  το  πανίσχυρο  της  αγανάκτησης.  Την  ένδεια  να  διαλαλεί  στη  διαπασών.  Ψυχοθεραπείας  παράσιτα  δεν  είχε  ν’  απλώσει.

Άρχισες  να  κλαίς.  Να  κλαίς!  Να  κλαίς! 
Δεν  ανήκες  πια  ανάμεσα  στους  ανθρώπους.  Είχες  τόσα  πολλά  να  δώσεις…

Με  τρυφερότητα  αγόγγυστη  σε  περιδίνηση  τον  κάλεσες  διεστραμμένη,  όπως  θα  έλεγαν  οι  θρησκόληπτες  της  γειτονιάς  ερίτιμες  κυρίες.  Μακρύκανα  τα  λευκά  σου  σκέλια,  στου  πάθους  στόχευαν  τη  συσκότιση,   την  αγρυπνία  υπονομεύοντας  του  θανάτου.  Μοιραίοι  ήρωες  και  προσδοκίας  απελεύθεροι,  μεγαλουργούσαν  στ’  ονειροπαρμένου  τη  συναλλαγή.

Ανθόφορτος  ο  κάλυκας,  σκάγια  επώαζε  τ’  αυτόφωρου,  αίμα  στάλαζε  χαράζοντας  τις  στροφές  και  μ’  αυταπάρνηση  περιβάλλοντας  το  ρίγος  του.  Χόχλος  στης  φούστας  σου  τα  κρόσσια.    Εμπρηστικά  το  λίκνισμα  γυάλιζε  το  βραχώδες  της  υπάρξεως  κι  υπόνοια  αυθάδειας  υπέβοσκε  στο  αντιλάμπισμα.  

Στο  λυκαυγές  η  επίφαση  μ΄ άνωθεν  θα  κληρωνόταν  προσταγή, αφού  ουδείς  ασφαλέστερος  εχθρός  του ευεργετηθέντος. Αστάθμητοι  πια  ήσαν  οι  καιροί!

Ακόμη  κι  αν  πέθαινες  την  επομένη,  αδιάφορο  σου  ήταν!  

Αν  είναι  να  πεθάνεις,  να  πεθάνεις  γρήγορα,  διότι  η  αγωνία  κρατάει  πολύ  και  κάνει  πολύ  θόρυβο…




*Une     fois  le  but  ouvertles  bras  se  baissent=Μόλις  επιτύχεις  έναν  στόχο,  αδρανείς  θεωρώντας  τον  δεδομένο.
**Κείμενο  αλληγορικό,  το  οποίο  πραγματεύεται  τη  Μοναξιά  της  «γυναικείας   φύσης».  Η  συγγραφέας   εμπνέεται    απ’  το  άρθρο  του  Γιώργου  Χειμωνά  «Η αβοήθητη μοναξιά του άντρα»,  στο  οποίο   προσπαθεί,  σεβόμενη  την    αξεπέραστη  εγκυρότητα  του  αναφερομένου,  να  ανταπαντήσει  συνομιλώντας  με  τον  εαυτό  της.
***Υπάρχουν  αναφορές  σε  λογοτεχνήματα-έργα  Τέχνης-ταινίες  των  Ελύτη-Αγγελόπουλου-Αργυρίου-Νταλί-Μπος-Πεσσόα.