Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Δοκίμιο



Άνευ  βιβλιογραφίας…




Γράφει  η  Ευαγγελία  Τυμπλαλέξη


Πάτησα  το  γκάζι  του  αυτοκινήτου  στο  180,  πάντα  με  ξετρέλαινε  η  ταχύτητα.  Πάσχω  απ’  την  ψυχιατρική  διαταραχή  της  «δραπετομανίας».  Ο  Samuel A. Cartwright,  μέλος  του  Ιατρικού  Συλλόγου  της  Λουϊζιάνα  εν  έτει  1851  εφηύρε  την  ψυχιατρική  διάγνωση  της  «δραπετομανίας »  για να εξηγήσει την τάση των μαύρων δούλων στην δραπέτευση από την δουλεία. Κάθε δούλος που δραπέτευε πάνω από δύο φορές, κρινόταν ως παράφρων…
Και  ούσα  στο  τιμόνι  μόνη,  να  μην  έχεις  την  ευθύνη  κανενός,  είναι  δελεαστικό.  Η  πυξίδα  να  δείχνει  προς  τη  θάλασσα.  Που  αλλού!  Εν  μέσω  χειμώνα  όλα  κλειστά,  μόνο  ένα  τσιπουράδικο  ανοιχτό. 
«Ας  πάει  και  το  παλιάμπελο.  Θα  κάτσω». 
Σημειωτέον  δεν  πίνω  αλκοόλ  εκ  πεποιθήσεως…

Πόσα  αντισώματα  να ‘χει  κι  η  Ευθύνη!
Οι  χημικές  ουσίες   άρχισαν  αμφίδρομα  να  διασταυρώνονται  πάνω  στο  πλέγμα  των  νευρικών  συνάψεων    εξασφαλίζοντας   τη  μετάδοση  των  ώσεων.   Το  συνειδός  δεν  είναι  ένας  περιγεγραμμένος  χώρος   ατόφιας  ύλης  αλλά  ένα  σύστημα  συσσωματωμένων  βλαστών  διηνεκούς  δημιουργίας,  πάνω  στην  εξαλλασσόμενη    σχάρα,  της  οποίας  παραστάσεις  και  συμβολισμοί  αντιδιαστέλλουν   τον  εαυτό  μας  απ’  τον  κόσμο  κι  αντιστρόφως.   Οι  μύες  του  Χάους  πάσχιζαν  να  παραμείνουν  τεταμένοι,  αλλά  προσέκρουαν  στα  τείχη  που   εγείρονταν    απ’  τους  κιρκαδιανούς  ρυθμούς,    η  εγρήγορση  παρέδιδε  αυτόβουλα  τη  σκυτάλη  στη  χαλάρωση  υπακούοντας  στις  εντολές  του  υπερχιασματικού  πυρήνα.  Δύσκολο  να  ξεφύγεις  απ’  το  ασφυκτικό  αγκάλιασμα  των  κυκλικών  αλλαγών,  που  ευαγγελίζονταν  μαγική  επίδραση  ελέγχου  των  βιορυθμών. Τα  ακανόνιστα  χαμηλής  τάσης  κύματα  εγγυόνταν  αποσυγχρονισμένη  εγκεφαλική  δραστηριότητα,  οι  καρδιακοί  κι  αναπνευστικοί  παλμοί   βράδυναν  καθώς  νομάδες   εν  μέσω  ερήμου  σε  γενικευμένη  απαλλαγή  ψυχικών  πόνων.  Και  όσο   να  πεις  μια  διαταραχή  στις  μέρες  μας  είναι  της  μόδας,  διότι  πως  θα  δικαιολογούνται  και  οι  ιδιαζόντως   αύξουσες  πωλήσεις  ψυχοφαρμάκων…

Για  να  γενούν  η  Γη  κι  ο  Ουρανός!
Οι  σχέσεις   σύγκεινται   από  άνθρωπο  και  άνθρωπο!!!  Διαιωνίζεται  η  παράδοση  νομιμοποιώντας  το  ιμπεριαλιστικό  αυθαίρετο.  Ομότεχνοι    στην  επικύρωση  της  πλήρωσης  των  όρων.  Ομόλογοι    με  στραμμένο  το  ενδιαφέρον   στον  εκκοινωνισμό  του  γούστου.  Μονοπάτια,  που  νοούνται  και  περιγράφονται  με  ορολογία  έμμεσων  οδηγών.  Η  μυθοπλασία  υπερτερεί.  Η  φαντασία  αυθαιρετεί.  Κι  ευνόητο  ν΄ αντιπαραθέτουν  αμφότεροι  την  αδυναμία  ιδιοποίησης  της  συνενοχής.  Έκαστος  διενεργεί  τη  μεταστοιχείωση  των  αναγκών   του  σε  στρατηγικές  στόχευσης.   Κι  όσο  επιτρέπει  η  ανάνθιστη  παγωνιά,  που  κυριαρχεί  στα  στήθη,   ανασκουμπώνονται  να  φέρουν  με  ζήλο  εις  πέρας  όλους  τους  άθλους.  Αδόκιμο  είναι  να  μην  αναφερθεί,  πως  τελευταίως    ταυτίζονται  με  τον  ρόλο  του  στελέχους,  ανωτέρου  παρακαλώ,  εις  το  σύμφωνον  της  συμβιώσεως…

Το  χαίνον  τραύμα  στην  ανυπαρξία.  Ή  αλλιώς  ζωή!
Το   πλανητικό  συγκρότημα  έμοιαζε  απείθαρχο, αέναα  έκρυθμο  με  πολυώνυμες  πτέρυγες,  ένας  ίππος  θυμοειδής  με  τραγικές  αντιδράσεις, ένα  περιβάλλον  αδιαπέραστο  μα  αφομοιωτικό,  αφού  η  περιθωριακότητα  κι  η   μοναξιά  τόσο  του  θεού  όσο  και  τ’  ανθρώπου  υπερίσχυε  της  αίσθησης  της  απλής  διαβίωσης  μέσα  στον  χώρο.   Εργαλεία  μ’  αυτονομία  περιορισμένη   κι  ενσωματώνονταν  στο  γενικό  σύνολο  για  να  κατευθύνουν   το  τεχνικό  σύστημα. Ο  έλεγχος  δεν  ασκούταν    πάνω  σε  φυσικά  πρόσωπα  αλλά  με  τρόπο  διοικητικό  κι  οι  αποφάσεις  που  αντικειμενοποιούν  τη  ζωή  και  τον  θάνατο  δεν  συνάπτονταν  με  απερίσπαστες  ενέργειες. Ακούσια  ή  εκούσια  η  αναψηλάφηση  της  ιδιότητας  του  θεού,  οδηγούσε  σε  μεταβολή  του  δεξιοτέχνη,  που  ασκεί  δεξιότητες  πάνω  σε  προσωπικά γνωστούς  του  ανθρώπους,  σε  αυθεντία,  που εφαρμόζει  άρρητους  κανόνες  σε  ολόκληρες  ομάδες  θνητών.

Ένα  απέραντο  ορφανοτροφείο!
Κι  η  βαναυσότητα  στους  χώρους  καταστελλόταν  άριστα  και  χωρίς  ιδιαίτερη  προσπάθεια  απ’  την  απλή  ύπαρξη   βωμών,  αλήθεια  δεν  υπάρχει  μεγάλο   συγκρότημα  που  να  μην  φιλοξενεί  στους  χώρους  του  ένα  εκκλησάκι,  σαν  ύστατη  πηγή  προσδοκίας. Κι  ήρθε  η  επιστήμη  ν’  αντιπαραβληθεί  άψογα μ’  αξίωμα ιερατικό,  το  οποίο  μετά  την  επικράτηση  επιδίδεται  σ’  εγκαθίδρυση γραφειοκρατικής  οργάνωσης  προς  μέγιστη  διαφύλαξη  της  ένθερμης  ζέσης  των  πιστών.  Οι  θρησκείες  οργώνουν  με  ορισμένο  τρόπο  την  αντιληπτική  ικανότητα  των  ανθρώπων, η  οποία  μετά  από  συνεχή  τριβολισμό   εμφανίζεται  ευνοϊκά γαλουχημένη,  όσον  αφορά  στα  θαύματα,  τα  οποία  καλούνται  να  προσπορίσουν  την  αόρατη  ελπίδα. Οι  επιστήμες  τίθενται  στο  προσκήνιο  προβάλλοντας  την  επιτακτική  ανάγκη  υποστήριξής  τους.  Οχυρά  νομοθετημένα  με  μουσαντένια  δυναμική,  μοχλοί  του  διατηρείν  κι  ουδόλως  του  προάγειν. Κι  όσο  πιο  δυσκίνητη  η  διάρθρωση  των  υπηρεσιών,  τόσο  μικρότερη  η  ελπίδα  απαγκίστρωσης.  Ένα  πληθυσμιακό  συγκρότημα  κάλλιστα  μπορεί  ν’  αποτελέσει  μια  μικρογραφία  μεσαιωνικής  κοινωνίας.  Όσες  περισσότερες  μάγισσες  τόσο  ευκολότερα  γυρίζει  ο  οικονομικός  τροχός.  Οι  ενορχηστρωμένες  εκτελέσεις  συντηρούσαν  τα  επαγγέλματα  και  τροφοδοτούσαν  με  γόητρο  ορισμένες  ταξικές  ομάδες.  Η  πυρά  ή  ο  απαγχονισμός  συνιστούσε  σημεία  θανάτωσης,  γύρω  απ’  τα  οποία  στήνονταν   μικρομάγαζα  πώλησης.  Πριν  τελεστεί  η  τελευταία  πράξη  του  δράματος,  οι  θεατές  εν  είδει   χαρμοσύνης  συναγελάζονταν,  ακκίζονταν  σ’  επικοινωνίας  τερτίπια. Εις  αντιπαραβολή  όσο  περισσότεροι  σακάτηδες  τόσο    διάνοιγε  ο  κύκλος  των  θέσεων  εργασίας,  τόσο  περισσότεροι  προσωπικοί  θυρεοί στυλώνονται,  τόσο  περισσότερες  ευκαιρίες  κέρδους. Η  ανθρωπιά  εξοβελίζεται  ανώδυνα  σ’  έναν  κόσμο  κατακερματισμένο  μην  κάνοντας  την  παραμικρή  παραχώρηση,  και  πόσο  δικαιωματικό  εμφανίζεται  όλο  αυτό!

Fama volat!
Και  τώρα  εδώ  τούτη  η  μικρή  γωνιά  του  πλανήτη,  η οποία  διένυε  άλλη  μια  σοσιαλιστική  διακυβέρνηση,  να  υπερμάχεται   της  ανορθόγραφης συμπόρευσης καπιταλισμού-μαρξισμού, της εξόφθαλμης  ασυμβατότητας   δημοκρατίας-ανομίας. Και  δεν  γνώριζε  αν  μπορεί  να  είναι  ανεξάρτητη  απ’  τη  Μοίρα,  τη  βούληση,  την  αλήθεια.  Και  τι  να  σήμαινε  αλήθεια;  «Μια  κινητή  στρατιά  μεταφορών-μετωνυμιών-ανθρωπομορφισμών. Εν  ολίγοις,  ένα  σύνολο  ανθρώπινων  σχέσεων  που  έχουν  ενισχυθεί-μετατοπιστεί-εξωραϊστεί  ποιητικά  και  ρητορικά  και  που  έπειτα  από  μακρόχρονη  χρήση    μοιάζουν  κανονικές  κι  υποχρεωτικές  σταθερές  για  έναν  λαό.  Οι  αλήθειες  είναι  ψευδαισθήσεις-μεταφορές  που  έχουν  εξαντληθεί  απ’  τη  χρήση  και  δεν  διαθέτουν  πλέον  αισθησιακή  δύναμη.  Είναι  νομίσματα που  έχουν  χάσει  τις  όψεις  τους  και  πλέον  μετρούν  μόνο  σαν  κομμάτια  μέταλλο,  όχι  σαν  νομίσματα  Μία  απ’  τις  γνωστές  ηθικές  μεθερμηνεύσεις  του  Νίτσε,  η  οποία  εμφιάλωνε  κάθε  ένστικτο   κι  αποκήρυττε  το  παρελθόν  του  όρου  χωρίς  ν’  αφήνει  ουδεμία  απορία  περί  του  πρακτέου. Κάπως  έτσι  κι  οι  λαοί  μαθαίνουν  να  ταυτίζουν  τις  εσωτερικές  εμπειρίες   με  την  εξωτερική  συμπεριφορά,  να  υποτάσσουν  τις  συναισθηματικές  αναζητήσεις  στις  επιδιώξεις  της  λογικής-της  παραγωγικότητας-της    αποτελεσματικότητας. Όλες  τους  οι  αναζητήσεις  χαρακτηρίζονται  από κριτική  στάση  και  στοχεύουν  σε  επιβολή πάνω  σε  συνανθρώπους  και  στη  φύση.

Κι  οι  αγαθοί  ευαπάτητοι!
Η  Ελλαδίτσα,  σαν  τυπικός  σύγχρονος  άνθρωπος,  αποξενώνεται  απ’  τον  εαυτό  της   αναπτύσσοντας  τάσεις  προς  την  ηδονή,  το  παιχνίδι  και  την  άσκοπη  αλλά  όχι  δημιουργική  έκφραση.  Παρόλο  που  επαμφοτέριζε  πολλάκις  καταλήγει  πάντα  να  απονέμει  εύσημα  εις  εαυτόν.   Της  περγαμηνής  το  ίαμα  δεν  είχε  καταφέρει  να  επουλώσει  τις  ανασφάλειές  της,  κι  όσο  κι  αν  προσπαθεί   να  δείξει  απόλυτη  πειθαρχία,  το  εσωτερικό  της  απύθμενο  πηγάδι  συνέχεια  βαθαίνει.  Δεν  ξέρει αν  είναι  παράλογο  να  πιστεύει  πως   επιστήμη  και  τεχνολογία  διαπλέκονταν  για  να  σηματοδοτήσουν  την  αρχή  του  τέλους  της  ανθρωπότητας. Δεν  ξέρει  αν  μεθίσταται  φρενών θεωρώντας  τη μεγάλη  πρόοδο  στρουθοκαμηλισμό,  αφού  ψυχανεμίζεται  πως  η  επιστημονική  των  οικονομολόγων  γνώση  έστηνε  δόκανο  στην  ειρήνη  και  στην  ελευθερία  του  πνεύματος.  Οι  πληροφορίες  βομβάρδιζαν  την  νεοφερμένη  στον  ευρωπαϊκό  κύκλο.  Ταλανίστηκε  η  αλήθεια  ανάμεσα  στο  γόητρο  που  προσδίδει  η  ιδιότητα  του  ευρωπαίου  και  στην  πώρωση    που   καιροφυλακτούσε  να  διαβρώσει  τα  όνειρά  της.  Αισθανόταν  σαν  μετανάστης  νεοαφιχθείς  στη  νήσον  Έλλις,  χώρος  υποδοχής των  ξεριζωμένων  της  γηραιάς  ηπείρου  στη  Νέα  Υόρκη.  Ο  εκπατρισμένος  να  νιώθει  ένα  κράμα  θλίψης  και  δημιουργικότητας  να  τον  κατακλύζει, η  προϋπάντηση  να  διυλίζει  τα  κύματα,  να  ετεροκαθορίζει  βούληση  και  ώθηση…  Το  μέτωπο  αρραγές   και  πόσο  δυσδιάκριτες  οι  αντιμέτωπες  πτυχώσεις  αληθινής  και  πλαστής  συνειδήσεως;

Η  πολυγλωσσία  στα  υπουργικά  συμβούλια!
Κι  όταν  όλα  τελέστηκαν  υπέρ  το  δέον  εθιμοτυπικά,  κι  η  τελετή  έληξε  κι όλοι  επέστρεψαν   ικανοποιημένοι  στα   σπίτια  τους.  Κι  η  Ελλαδίτσα  δραπετεύοντας  απ’ το  ενδιαίτημα  της  λογικής  για  λίγο κι  έμεινε  μόνη  της  στο  σούρουπο  χωρίς να  θέτει  υπό πρίσμα  εξιδανικευτικό τον  υμέναιο,  που  αγωνιζόταν  υπέρ βωμών και εστιών,  μα ν’ ακούει  ψιθύρους  αγγελοκρουσμένους  της  Σελήνης,  που  παρενέβαινε  αυτοπροσώπως  να  καταυγάσει  τ’  οζώδες  κι  έμπυρο   έλος  των  αναμνήσεων,  σαν  η  παλιννόστηση  να  διχοτομούσε  το μέλλον,  ευοίωνο  ή  δίσεκτο,  αναπάντητη  παραμένει  η  γιγάντια  αυτή  διαπάλη.  
Κι  όσο  κι  αν  η  εικόνα  ενέπνεε  φόβο,  οι  υπόλοιποι  είχαν  ένα  αλλόκοτο  φέρσιμο,  λες  κι  ο  φόνος  του  καθενός  εξήρε  την  ιερότητα  της  ανθρώπινης ζωής,  κι  όπως  οι  ικέτες  ανήκαν  στον  θεό  έτσι  κι  οι   λαοί  ανήκαν  πλέον  στις  επιστήμες,  κι  οιαδήποτε  συνεισφορά  τους  σε  πειραματισμούς,  εκούσια  ή  ακούσια  αυτό  δεν  πολυείχε  σημασία,   επέφερε  μίασμα  στην  ανθρωπότητα.  Κι  όπως  η  κάθε  πομπή  θυσίας  συνοδευόταν  από  μουσικές  υποκρούσεις  προς  εκούσια  προσέλκυση  του  ζώου  στον  βωμό,  ανάλογα  κι  η  προπαγάνδα  περί    προόδου  και  θαυματουργών  αποτελεσμάτων  τόνιζε  τις  χορδές  του  αυλού  στα  ώτα  των  αρρώστων  αναψηλαφώντας  την  υπόθεση  επιβίωσής  τους  σε  μείζον  παρεπόμενο  τεχνικού  εγχειρήματος. 
Κι   η  ψυχή  δεν  ήταν  παρά  ένας  ταξιδευτής,  χωρίς  διάδημα  κι  ασυγκίνητη  σ’  ευθυμολογήματα, που  μόλις  θα  εκκινούσε   μια  μεγάλη  εκδρομή  σ’  έναν  κόσμο  που  δεν  ήξερε  αν  καλά-καλά  υπήρχε,  κι  αν  υπήρχε  δεν  γνώριζε  σε  ποιο  σημείο  αυτή  ήταν  τοποθετημένη.  Κι  αφού  γνώριζε  πως  η  λέξη  δαίμων  παράγεται  απ’  το  ρήμα  δαίω  που  σημαίνει  μοιράζω  στον  καθένα  την  τύχη  του  και  στην  αρχαιότητα  αναφερόταν  σ’  απρόσωπη  κι  απροσδιόριστη  δύναμη,  αναρωτιόταν  μήπως  η  νοηματική  μετάλλαξη  του  όρου  δεν  επαφίετο  μόνο  σε  χριστιανικό  δάκτυλο  αλλά  σ’  υποσυνείδητη  ανάγκη  θυματοποίησης  προς  ανεύρεση  δικαιολογιών  για  τις  ανθρώπινες  πράξεις.

Ελεύθερον το εύψυχον!
Ήταν  όντως  δυσοίωνο  το  μέλλον,  κι  αυτή  πόσο  ικανή  ήταν  να  το  αντιληφθεί; Ο  κόσμος  συνιστούσε  ένα  τεράστιο  σύστημα  εργαλείων  κι  η σκέψη  των  ανθρώπων   μηχανιστικά  υπέκυπτε  στην  αυξανόμενη  εξουσία  της.  Ως  γρανάζι  της  εργασιακής  διαδικασίας,  πόσο  της  επιτρεπόταν  ν’  αυτονομηθεί  και  να  διαφύγει  απ’  την  ολιστική  κίνηση  του  τεχνικού  συνόλου;   Ρυθμοί που δήλωναν  ξέφρενη  εντατικοποίηση,  ισχυροποίηση  που  διασφάλιζε  τις  ηγέτιδες  φιγούρες,  υποταγή  των  παραγωγικών  σκιών. Συνεκδοχές  μ’  ακαθόριστη  αρχή  και  τέλος,  αφού  η  βάση  της  κοινωνικής  πυραμίδας  υποσυνείδητα  ακολουθούσε  την  όλη  διαδικασία  γνωρίζοντας  αλλά  εθελοτυφλώντας  μπροστά  στις  παραγωγικές  σχέσεις,  οι  οποίες  παρέμεναν  πάντα  οπλισμένες  με  νύχια  φονικά.

Μάλλον  με  πείραξε  το  τσίπουρο…
Απέναντι  ένας  τύπος   με  λαγνεία  κοιτούσε  τις  τρυφερές  κινήσεις  των  χειλιών  μου  ν’  αγκαλιάζουν  το  στόμιο  του  ποτηριού,  άσχημο  δεν  θα  τον  έλεγες  σίγουρα.     Φόρεσε  ανάποδα  την  τραγιάσκα,  βλεφάρισε  τον  ήλιο, τ’  αντιφέγγισμα  χρωμάτιζε  το  δέρμα  του  με  σταχτοκίτρινες  ή  ωχρογάλανες  γραμμές.   Μ’  αστραπιαίες  εναλλαγές  το  βιράρισμα, έστριψε  κι  εξαφανίστηκε.  Τον  παρομοίασα   με  ιγκουάνα,  ένα  περίεργο  ζώο   που  σε  καιρό  ψυχικής  γαλήνης  διαβιεί  αμέριμνα  αναπτύσσοντας  φιλικούς  δεσμούς  με  ομότεχνους  της  φύσης.  Σαν  όμως  τα  βέλη  του  Έρωτα   το   κονταρίσουν  το  φέρσιμό  του  γίνεται  αλλόκοτο,  η  εναλλαξιμότητα  στη  διάθεση  και  στην  επιδερμίδα  είναι  έντονη  δημιουργώντας  εξόντωση  στο  ίδιο  και  καχυποψία  στον  περίγυρο.
Σίγουρα    έπασχε  κι  αυτός  απ’  την  ψυχιατρική  διαταραχή  της  «δραπετομανίας». Είναι  αδιαμφισβήτητη  η  διάγνωση.  Αναβοούσαν  οι  ενδείξεις…

Ευτυχώς  ο  τύπος  δραπέτευσε.  Αλλά  όχι   η  Ελλάδα…
Κοίταξα  το  πιάτο,  που  μου  είχε  σερβίρει  ένας  νέος  στο  ταβερνάκι,  ελιές-καρότο  ψιλοκομμένο.  Αναγούλιασα  προς  στιγμήν,  αμυδρά  φαντάστηκα  μια  παράξενη  μελαγχολία  να  κολυμπά  στο  ξύδι. 
«Λες  να  ήταν  μεταλλαγμένη  κι  αυτή;» 








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου