Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Δοκίμιο




Τίνος  είναι  το  δικαίωμα;




«Ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει τη δική του άποψη, αρκεί να συμφωνεί με τη δική μου.»
Franz   Kafka, απ’ τη «Δίκη»



Γράφει  η  Ευαγγελία Τυμπλαλέξη.


Το  κάθε  πολιτικό-θρησκευτικό   δόγμα  ποικίλλει  την  πολεμική  του  με  διαφορετικά  ονομασιολογικά  στηρίγματα,  η  κάθε  αγόρευση  καρυκεύει  τον  λόγο  της  με  εκδιπλώσεις  αντιδιαμετρικών  στρατηγικών.   Παρατάξεις-κόσμοι-στρώματα  όσο  αντιμέτωποι  κι   αν  εμφανίζονται,  προσδένονται  στο  άρμα  του  ίδιου  ιδανικού  κι  οράματος,  που  ακούει  στο  όνομα  Δικαίωμα.  Υπό  το  πέπλο  της  αφηρημένης  θεωρίας  της  λύτρωσης  απ’  την  καταδυνάστευση,  το  νέο   ιδεώδες   του  δικαιώματος  συνιστά  αφετήριον  έρμα  συσπείρωσης  αντιφρονούντων-επαναστατών  και  όχι  μόνο,  αφού  ο  προσεταιρισμός  δεν  αφορά  μόνο  σε  καταδιωγμένους  αλλά  και  σε εναλλακτικά  διωκόμενους. Μία  φαρέτρα  διπολική,  ο  ανθρωπισμός  και  τα  δικαιώματα,  εμφανίζονται  σαν  ζωοποιός  ενέργεια  των  κοινωνικών  συσσωματώσεων  κι  ευαγγελίζονται  αυτοβουλία  κι  αυτοπραγμάτωση.  Με  την  έναρξη  του  διαφωτισμού  διατρανώνεται  το  δικαίωμα  ως  ύψιστος  αντικατοπτρισμός  της  νεωτερικότητας.  Η  πολιτική  κοινωνία  του  Αριστοτέλη  μεταβαίνει σαν  μεταφραστικό  δάνειο  στη  res  publica  κι  εν  συνεχεία  στη    societas  civilis  για  να  καταλήξει  στη  Bürgerliche Gesellschaft,  υποδηλώνοντας  την  ιεράρχηση  των  νομοκατεστημένων  τάξεων. 

Η  αρχαϊκή  Ελλάδα  δε  διέκρινε  μεταξύ  νόμου  και  σύμβασης-δικαίου  κι  εθίμου  και  η  σημασία  του  όρου  δίκη    αντικατόπτριζε  την  αρχέγονη  τάξη.  Ο   Ηράκλειτος  δήλωνε  ότι  η    δικαιοσύνη   και  η  αδικία  έχουν  ανθρώπινη  προέλευση  και  κανένας  Θεός  δεν  ενδιαφέρεται  για  καμία  απ’  τις  δύο.  Η    λέξη  νόμος  είχε  τη  σημασία  του  ήθους,  ενώ  στην  κλασσική  περίοδο  αρχίζει  να  διαφοροποιείται  η  ερμηνεία  για  να  περικλείσει  την  ορθότητα  της  κρίσης.  Ενώ  ωστόσο  για  τους  σοφιστές  «σκέφτομαι  λογικά»  σήμαινε  «ασκώ  κριτική»,  ο  Πλάτωνας  κατασίγασε  την  πρόκληση  επαναπροσδιορίζοντας  το  κανονιστικό  πλαίσιο   στο  δίπτυχο  υπερβατού  κόσμου  και  εμπειρικού  κόσμου,  ακρογωνιαίος  λίθος  της  υπαγωγής  της  σκέψης  στον  ιουδαιοχριστιανικό   πυρήνα.  Μέχρι  σήμερα  ομιλούμε  για  «νομική  παιδεία»,  όταν  η  γνώση-σκέψη    καθυποτάσσονται  σε  ορισμένες  εξουσίες-αυθεντίες. Τα  ανθρώπινα  δικαιώματα  συνάπτονται  με  αυταπόδεικτα  ταξικά  πλεονεκτήματα  αποτελώντας  ιδεολογικό-πολιτικό  μοχλό  εκκίνησης  της  πάλης   της  ανερχόμενης  αστικής  τάξης  ενάντια  στο  στατικό  της  δεσποτικής  οργάνωσης.  Η  οντολογική  ωστόσο  βάση  τους,  αρχές  ισότητας  κι  ελευθερίας,  και  το  κοσμικό  συνακόλουθο  σαν  συναρμογή  στον  ορθολογισμό,  κρηπιδώνουν  πλέον  τη  θεωρία  όλων  των  σύγχρονων  καθεστώτων,  με  αποτέλεσμα  η  κοινοτοπία της  χρήσης  να  έχει  υπερσκελίσει   την  έννοια.  Αρκεί  μία  μικρή  αναδρομή  στην  διαδρομή  παγίωσης  του  όρου  δικαίωμα,  για  να  διαπιστωθεί   το  ιστορικό  των  παραβιάσεων  αν  όχι  η  αυτοκατάργησή  του.

«La  Déclaration  des  Droits  de   l’  Homme  et  du  Citoyen»  είναι το  παρεπόμενο  της  Γαλλικής Επαναστάσεως,  μία  ηχηρή  διακήρυξη  του  1789,  ικανή  να  αποτινάξει  τον  απολυταρχισμό  και  να  θεσπίσει  την  Ελευθερία-την  Ισότητα-την  Ανεξιθρησκεία-το  απαραβίαστο  της  Ιδιοκτησίας  σαν  ασπίδα  προστασίας  των  χαμηλών  στρωμάτων.  Και  σ’  αυτό  ακριβώς  το  σημείο  είναι  που  οφείλουμε  να  παρατηρήσουμε  το  οξύμωρον  του  σχήματος,  διότι  στον  21ο  αιώνα  περισσότερο  από  ποτέ  η  ανθρώπινη  ζωή  αντιμετωπίζεται  ως  ευτελές  κι αναλώσιμο  αγαθό.  Αρχής  γενομένης  απ’  τον  20ο  αιώνα,  που  σημειώνεται  με  μελανά  γράμματα  στο  ιστορικό  πλαίσιο  λόγω  των  εκτεταμένων  σφαγών-εθνοκαθάρσεων-γενοκτονιών  και  με  αποκορύφωμα  το  Ολοκαύτωμα.  Στα  χρόνια  της  μετανεωτερικότητας  το   χάσμα  βαθαίνει   όλο  και  πιο  πολύ  ανάμεσα  σε  φτωχούς  και  πλούσιους-ανάμεσα  σε  Βορρά  και  Νότο. Η  διαλεκτική   του  ορθού  Λόγου    δεν  κατάφερε  να  αντιπροσωπεύσει  το  ταξίδι  της  παλιννόστησης  του  πνεύματος,  αφού  η  σύλληψη   του  χαρακτήρα  των  κινητηρίων  δυνάμεων  και  των  ιστορικά  ενεργών  υποκειμένων,  που  με  τις  κινήσεις  και  τις  διασταυρώσεις  τους  γεννούν  την  ποικιλομορφία  των   συμβάντων  κι  οριοθετούν  το  πεδίο  της  δυνατής  πράξης,  εκλείπουν  απ’ τα  δεδομένα  της  αυτοκάθαρσης.  Η  αμείλικτη  προέλασή  του   και  η   απόπειρα  επίλυσης  όλων  των  συνιστωσών  της  σύγκρουσης,  με  τον  ίδιο  του  τον  εαυτό-με  τους  διαφωνούντες-με  τη  φύση,  απέληξε  στην  επαίσχυντη  ψυχολογική  χειραγώγηση  των  γκουλάγκ-στον  πολιτικό  ολοκληρωτισμό  του  Άουσβιτς-στην  πυρηνική  βόμβα-στον  ανελέητο   οικολογικό  όλεθρο  και  τα   συμπαρομαρτούντα  του. Μια  μικρή  ανάπαυλα  τελείται  στη  δεκαετία  του  1980,  όπου  σε  διάφορες  περιοχές  του  Πλανήτη,  Τσεχοσλοβακία-Πολωνία-Ρουμανία,  ο  όρος  «ανθρώπινα  δικαιώματα»  προσλαμβάνει  και  πάλι  διαστάσεις  επιτακτικής  εκπλήρωσης.  Σύντομα  ωστόσο  οι  εξεγέρσεις-μεταρρυθμίσεις  κι  ο  επακόλουθος  λαϊκός  επανακαθορισμός  της  επίμαχης  έννοιας   απαλείφεται  απ’  τους  Διπλωμάτες-Πολιτικούς-Διεθνολόγους-Νομικούς  με  την  επονείδιστη  συμμετοχή  τους  και   κατακύρωση  των  «πανηγυριών  περί   σχετικών  ψηφισμάτων»,  που  επαναφέρουν  το  αντικείμενο  του  Δικαιώματος  στα  συνέδρια  και  στους  ειδήμονες.  Η  όποια  ενέργεια  απελευθερώθηκε  απ’  τους  ξεσηκωμούς   της  βάσης  της  πληθυσμιακής  πυραμίδας  εγκλωβίστηκε   στα  πρωτόκολλα    ενός  μαφιόζικου  Δικαίου,  που  μαστίζει  κι  υπερεξουσιάζει   τους  λαούς  της  Γης. 

Σε  όλη  τη  διάρκεια  της  ιστορίας,  οι  άνθρωποι  εμφανίζονται  πρόθυμοι  να    ριχτούν  στη  μάχη  προς   περίσωση  του  έθνους-της  θρησκείας-της  οικογένειας-της  κοινωνικής  τάξης  και  άλλα  ανάλογα.  Η  αλλοίωση    φτάνει  σε  επονείδιστα    όρια   προπαγανδιστικής  ύπνωσης  των  μαζών,  διότι  τόσο  κοσμικοί  όσο  και  θρησκευτικοί  ηγέτες    έχουν  πλήρη  επίγνωση  πως  η  προσθήκη  μιας  επίφασης    «υψηλού  φρονήματος»  συνιστά  κεφαλαιώδους  σημασίας  έρεισμα  σε  χαμερπείς  σκοπούς  και  δολοφονικές  εκστρατείες.  Η  θεωρία  του  «δίκαιου  πολέμου»  στον  Μεσαίωνα  δεν  ήταν  τίποτ’  άλλο  παρά  η  προσπάθεια  της  Εκκλησίας  να  υπηρετήσει  τον  Καίσαρα  χωρίς  να   διακινδυνεύσει  τις  υποχρεώσεις  της  απέναντι  στον  Θεό.  Η  μετατόπιση  του  Στάλιν  προς  το  Ορθόδοξο  Πατριαρχείο  το  1941,  παρά  τις  δεκαετίες  θρησκευτικών  διώξεων,  αποτελεί  μέγιστο  παράδειγμα  ελιγμών    πραγματιστή  ή  φοβισμένου  ηγεμόνα.  Tony  Blair    και  Robin  Cook  υπό  την  αιγίδα  του  δημοσιογραφικού lobby,  γνωστά  τοις  πάσι  φερέφωνά  τους,  διατυμπάνιζαν    την  αναγκαιότητα  του  Πολέμου  στο  Κοσσυφοπέδιο  και  πως  το   NATO  αντιπροσώπευε  μια  «ανθρωπιστική  συμμαχία»,  η  οποία   διαμέλισε  τη  Γιουγκοσλαβία  στο  όνομα  της  προστασίας  των  ανθρωπίνων  δικαιωμάτων.    Αδόκιμο  θα  είναι  να  μην  θυμηθούμε  σ’  αυτό  το  σημείο,  πως  Ηνωμένες  Πολιτείες  Αμερικής  και  Μεγάλη  Βρετανία  προέβησαν  σε  ανελέητους  βομβαρδισμούς  στη  Σερβία   χωρίς  την  εξουσιοδότηση  του  Συμβουλίου  Ασφαλείας  των  Ηνωμένων  Εθνών,  το  μόνο  όργανο  που  νομιμοποιείται  να  διατάξει  στρατιωτική  επέμβαση   προς  προάσπιση  των  ανθρωπίνων  δικαιωμάτων.  Και  κατ’  επέκταση  να  στοχαστούμε  πως  δικαιούμαστε  να  είμαστε  καχύποπτοι  για  την  ηθική     ακεραιότητα  του  εν  λόγω  Συμβουλίου,    ανάμεσα  στα  μέλη  του  οποίου  συγκαταριθμείται  τόσο  η  Κίνα,  παρ’  όλους  τους  σφαγιασμούς  των  φοιτητών  της  όταν  διαδηλώνουν,  όσο  και  οι  ΗΠΑ,  οι  οποίες  αρνούνται  πεισματικά  να  επικυρώσουν  μεγάλο  μέρος  των  διεθνών  συμβάσεων  περί  ανθρωπίνων  δικαιωμάτων  και  στον  αντίποδα  έχουν  καταψηφίσει  την  πρόταση  ίδρυσης  του  νέου  Διαρκούς  Ποινικού  Δικαστηρίου.  Πρόκειται  για  τη  γνωστή  προθυμία  των  δυτικών  Δυνάμεων  να  χρησιμοποιούν  βία  για  φαινομενικά  ηθικούς  σκοπούς,  είναι  ένα  χαρακτηριστικό,  που  μεγεθύνθηκε  κατά  τη  μεταψυχροπολεμική   διευθέτηση  των  διαφορών.   Οι  πολίτες  του  Ιράκ  πέρασαν  τα  όρια  της  εξαθλίωσης  και  λιμοκτονίας  κατά  το  οικονομικό  εμπάργκο,  που  υπέστησαν.  Οι  περιορισμοί  αμβλύνθηκαν  λίγο,  όταν  επενέβη  το  πρόγραμμα «πετρέλαιο  για  τρόφιμα»   του  Παγκόσμιου  Οργανισμού  Υγείας.  Η  οργάνωση  του  κοινωνικού  ιστού  του  Ιράκ  εκθεμελιώθηκε  από  απερίσταλτη  κακοδιαχείριση  τροφίμων-ιατροφαρμακευτικού  υλικού  και  ανελέητους  βομβαρδισμούς.  Ο  Dennis  Holloway,  συντονιστής  του  ΟΗΕ  στο  Ιράκ  για  την  ανθρωπιστική  βοήθεια,  παραιτήθηκε  το  καλοκαίρι  του  1998  δηλοποιώντας  πως  οι  «κυρώσεις»  θανάτωσαν  ένα  εκατομμύριο  ιρακινούς. 

Πως  να  δεχθούμε  πως  ο  20ος  τιτλοφορείται   αιώνας  των  «ανθρωπίνων  δικαιωμάτων»  με  τόσα  καθημαγμένα  κι   αιμόφυρτα  βαγόνια  που  σέρνει  στο   συρμό  του;  Πέραν  του  Ολοκαυτώματος,  αιμορραγικό  αποπληθυσμό   αποτέλεσαν  οι  γενοκτονίες  σε  Καμπότζη  και  Ρουάντα,  για  να  αναρωτηθεί    ο   Νιγηριανός  πρεσβευτής  «έχει  μήπως  σβηστεί  η  Αφρική   απ’  τον  χάρτη   της   ηθικής  μέριμνας;».  Σε  όλα  τα  παραδείγματα  δεν  πρόκειται  για   ισότιμη  σύγκρουση  πολέμου  αλλά  για  ειδεχθές  «κυνηγητό»,  αφού  πάντα  η  μία  πλευρά  είναι   απόλυτα  ή  σχεδόν  απόλυτα  προστατευμένη,  ενώ  η  άλλη  δεν  έχει   καν  πιθανότητες  αντεπίθεσης.  Στον  κλεφτοπόλεμο  ο   φόβος  του  θανάτου  προσδίδει  τη  μεταφυσική  χροιά,  φέρνοντας  αντιμέτωπους  τους  μαχόμενους  με  την  αρνητικότητα,  ο  απελπισμένος  ανυψώνεται   απ’  τις  καθημερινές  εμπειρίες,  πεζές  και  γήινες,  κραδαίνοντας  την  απόγνωση,  η  οποία  ταράσσει   τον  βούρκο  των  οικουμενικών  ενοχών.  Η  απόλυτη  ετερότητα  του  «πρόσφυγα-οικονομικού  μετανάστη»    καθίσταται  εμφανής  και  με  διάφορους  τρόπους  και  το  μόνο  τους  ελάττωμα   είναι  η  «κατά  λάθος  στρατολόγησή  τους»   στην  περιοχή  γέννησης.  Η   ανυπαρξία  δικαιωμάτων-η  απουσία  νομικής  προσωπικότητας  δεν  είναι  επακόλουθο  αυστηρής  τιμωρίας  ή  ακραίας  εγκληματικότητας,  αλλά  συνακόλουθο  μιας  περίεργης   «αθωότητας  της  θυσιαστήριας  κυκλοφορίας»  τους.

Με  την  εισαγωγή  της  ψυχανάλυσης  στον  χώρο  των  επιστημών  σαν  θεωρία  της  υποκειμενικότητας  και  της  νομιμότητας,  τότε  ο  νόμος  συνιστά  λυδία  λίθο  του  διπλασιαστικού  ρόλου  του   Δικαίου,  αφού  αποσυγκροτεί  τη  συνείδηση  ανάγοντας  την  εμπειρία-τη  δράση  σ’  έναν  «άλλο  χώρο  σημασίας».  Η  ελεύθερη  βούληση  συντονίζει  ή  αποσυντονίζει  το  νεωτερικό  Δίκαιο,  μέσα  στο  οποίο   συνδυάζονται  τεχνηέντως  η  θεσμική  αναγκαιότητα  και  η  προσωπική    επιλογή.  Η  δικαιική  γλώσσα  μετατρέπεται   σε  νομικιστική  ανθρωπολογία  για  να  θεσμοθετήσει  το  νέο  πλαίσιο  της  καθημερινότητας. 

Γιατί  ωστόσο  φτάσαμε  τον  21ο  αιώνα  στο   φαντασιακό  πεδίο  των  ανέφικτων  δικαιωμάτων; 
Η  διεκδίκηση  μιας  ψευδεπίγραφης  αυθεντικότητας  δια  μέσω  του  ηδονιστικού  καταναλωτισμού  και  της  ναρκισσιστικής  αυτοπραγμάτωσης  δημιουργούν  ένα  ιδεολογικό  κλίμα,  μέσα  στα  όρια  του  οποίου  τα  πάντα  καθορίζονται  σαν  περιορισμοί.  Τοιουτοτρόπως  ο  ιδιοκτήτης  του  Harrods    εξανίσταται  για  δικαιώματα  την  ίδια  στιγμή  με  τον  υποσιτισμένο  Αφρικανό,  ο  Κωνσταντίνος  Γλύξμπουργκ  διανθίζει  τις  διεκδικήσεις  του  με  τη  φρασεολογία  περί  νόμιμων  δικαιωμάτων  όπως  και  ο  άνεργος  που  συνεχίζει  να  υπόκειται  σε  φορολόγηση.  Οι  διεκδικήσεις  δικαιωμάτων  πολλαπλασιάζονται  επειδή  στην  εποχή  της   μετανεωτερικότητας  η  εκνομικευμένη  επιθυμία  είναι  ακόρεστη.  Η  Τεχνολογία  ανατέμνει  τους  ανθρώπους  σε  λειτουργίες  και  σε  μέλη-σε  συστατικά  στοιχεία  και  σε  όργανα,  για  να  μπορέσει  στη  συνέχεια  να  τα  επανασυναρμολογήσει    σε  μεταβαλλόμενα  σύνολα.  Ανάλογα  το  Δίκαιο  χωρίζει  το  σώμα  σε  λειτουργίες  και  μέρη  αντικαθιστώντας   την  ενότητά  του  με  δικαιώματα:  η  γενετήσια  περιοχή  απομονώνεται  σε  ζώνη  ιδιωτικότητας-το  στόμα  αποσπάται  κι  επανεμφανίζεται  ως  ελευθερία  λόγου,  η  οποία  οφείλει  να  εγείρει    αξιώσεις   σχετικά  με  την  επικοινωνιακή  του  λειτουργία  αλλά  όχι  μ’  εκείνη  του  να  «τρώει»-τα  πόδια  δικαιούνται  την  κίνηση  αλλά  όχι  την  ελεύθερη  μετακίνηση. 

Πρόκειται  για  ένα  υπερβατικό  σημαίνον  λοιπόν,  το  οποίο  ενδύεται  διαφορετικούς  μανδύες  ανά  τους  αιώνες.  Απ’  τον  Θεό  στον  Αυτοκράτορα  και  απ’  τον  Κυρίαρχο  στον  Νόμο.  Ο  θεσπέσιος  νομοθέτης  που  συμπηγνύει   την  άρρηκτη  συμμαχία  του  αναγκαίου  και  του  ανύπαρκτου  με  το  δικαίωμα  σε  μετα-φυσικό  κρίκο  σύζευξης.  Και  αυτή  η  απροσδιοριστία  της  υπαρξιακής  αυτοδημιουργίας  ενάντια  στον  φόβο  της  αβεβαιότητας  απολήγει  στο  «τέλος  των  ανθρωπίνων  δικαιωμάτων»…





*Βιβλιογραφία
Δουζινάς  Κώστας, «Το  τέλος  των  ανθρωπίνων  δικαιωμάτων»,  Εκδόσεις  Παπαζήση,  Αθήνα   2000.
Amartya  Sen,  «Η  ιδέα  της  δικαιοσύνης»,  μτφρ  Χρηστίδης  Γιώργος, Εκδόσεις  Πόλις,  Αθήνα  2015.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου