Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

                                                              Once upon a time…




                             Σχετική εικόνα



Μια φορά κι έναν καιρό
Πάνω σ’ ένα τόσο δα μικρό πλανήτη
Με φουγάρα π’ ανέμιζαν την κάπνα τους
Και σκουληκοφωλιές φυτεμένες στα μαύρα δάση
Ένα πλάσμα γεννήθηκε αλλόκοτο
Κακομούτσουνο π’ έσερνε με στωικότητα τα χοντρά του πόδια
Γι’ αυτό ονομάστηκε Ερπετό
Στο παράγωνο κεφάλι του το μόνο γοητευτικό σημείο ήταν κάτι μπλε οπές σβησμένες, μέσα στις οποίες φώλιαζε μιαν ανυπόφορη Σιωπή
Πάνω στα χοντρά πόδια ένα σώμα εξαιρετικά μαλακό
Που στόχο συνιστούσε πανεύκολο για τα σκουλήκια
Κολλούσαν τις σειρές απ’ τα δόντια τους πάνω στους ανοιχτούς πόρους και ρουφούσαν όλο το αίμα
Εκείνο πονούσε πάρα πολύ αλλά δεν το έδειχνε ποτέ
Είχε μάθει ν’ αποσύρεται σε μια θάλασσα ερημική
Εκεί υπό της βασίλισσας Νύχτας τη φροντίδα
Έπλενε και καθάριζε τις πληγές του
Τα δάκρυα όμως που στάλαζαν
Γέμιζαν το δέρμα με φολίδες
Κι όσο πιο αποκρουστικό φαινόταν
Τόσο περισσότερα σκουλήκια το πολιορκούσαν
Έτσι αποφάσισε να επισκεφτεί ένα Μάγο
Με φίδια φυτρωμένα στην κεφαλή
Και σπυριά αρχέγονα στη μνήμη
«Όταν λες την αλήθεια κανείς δε πιστεύει
Επειδή όλοι έχουν ανάγκη
Ένα ψέμα να εξωραΐσουν»
Με σκεπτικισμό ανακάτεψε στο χαβάνι ο Μάγος
Φίλτρα σκληρότητας-αφέψημα αδιαφορίας-εκχύλισμα δυστροπίας
Ένα περίεργο κέλυφος με πεπλατυσμένα οστά και συγχωνευμένες γέφυρες αναδύθηκε απ’ το καζάνι του βρασμού
Το πλάσμα έκθαμβο το περιβλήθηκε
Τώρα θα ήταν ασφαλές
Κανένα σκουλήκι δεν θα τρυπούσε ξανά τη σάρκα του
Πράγματι κι αποφάσισε να σφηνώσει
Μια για πάντα σ’ αυτό το απρόσμενο καταφύγιο
Έτσι ονομάστηκε Χελώνα
Τα χρόνια περνούσαν με χαρές και λύπες
Αλύγιστη η Χελώνα μες στο καβούκι της πορευόταν
Αργά-Σταθερά-Απτόητα
Ώσπου ένα πρωί μία κατολίσθηση
Ξαφνικά γέμισε με πέτρες βαριές τη φωλιά της
Κι άλλο κουράγιο δεν είχε
Να παλέψει κι απ’ τ’ αγκωνάρια να την αδειάσει
Κάλλιο να σύρει το καβούκι της
Σ’ ενός πεύκου τη σκιά με ξεραμένες πευκοβελόνες
Που να τρίζουν στο πάτημα τη σιγή
Στο γέρικο δέντρο με τ’ άφυλλα κλαδιά
Ξαπόσταινε ο Βασιλιάς των πουλιών
Π' άκουσε με περιέργεια περισσή τις ανείπωτες εξομολογήσεις αυτού του παράξενου οργανισμού
Με λαλιά ηδύτατη και φτέρωμα πολύχρωμο
Να πετά στον ουρανό και να λικνίζεται σιμά στον ήλιο
Ένιωθε πιότερο την υπεροχή
Απέναντι απ’ τ’ ον τ’ ασχημομούρικο
Με τ’ ασουλούπωτο σώμα-το τερατόμορφο πρόσωπο
Κι ένα καύκαλο να κουβαλά στις πλάτες
Που κατασκήνωσε, συν τοις άλλοις,
Αυθαίρετα κάτω απ’ το δεντρόσπιτό του
Κι υπενθύμιζε την ασχήμια του Κόσμου
Βάλθηκε λοιπόν να κατατσακίσει
Με το ράμφος του τη βάναυση κακοπλασία
Το χελωνόστρακο σε θρύμματα χιλιάδες
Νυχτερίδες λαχτάρισαν την ευωχία
Κι οι ερινύες, λύκοι που ούρλιαζαν φριχτά

Κάπου εκεί κοντά έτρεχε η Ζωή
Κάπου εκεί κοντά κάλπαζε ο Θάνατος…


Ευαγγελία Τυμπλαλέξη